Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Ήταν αντιφασιστικός ο πόλεμος του ’40;


Του Χάρη Παπαδόπουλου 

Για τον περισσότερο κόσμο η 28η Οκτώβρη 1940 είναι η μέρα που η Ελλάδα και ο λαός της είπαν το ΟΧΙ στον φασισμό, η μέρα που ξεκίνησε το «έπος του ‘40».
Όσοι άν­θρω­ποι είναι ενταγ­μέ­νοι στην Αρι­στε­ρά και διεκ­δι­κούν το ΟΧΙ για το λαό και όχι για τον Με­τα­ξά, ακόμα κι αυτοί σπά­νια δια­φω­νούν πως οι φα­ντά­ροι στο μέ­τω­πο πο­λε­μού­σαν ενά­ντια στον φα­σι­σμό και έχυ­ναν το αίμα τους για την ελευ­θε­ρία.
Όμως το κα­θε­στώς του Με­τα­ξά δεν διέ­φε­ρε σε τί­πο­τε από αυτό του Μου­σο­λί­νι. Ήταν το ίδιο ανε­λεύ­θε­ρο και κτη­νώ­δες, έρι­χνε βι­βλία στην πυρά, βα­σά­νι­ζε και δο­λο­φο­νού­σε χι­λιά­δες αρι­στε­ρούς και προ­ε­τοί­μα­ζε τη νε­ο­λαία να γίνει κρέας για τα κα­νό­νια υπέρ της «τιμής του έθνους και του πε­πρω­μέ­νου της φυλής». Ο «Γ’ Ελ­λη­νι­κός Πο­λι­τι­σμός» της 4ης Αυ­γού­στου ήταν η ελ­λη­νι­κή εκ­δο­χή του Τρί­του Ράϊχ.
Η μόνη δια­φο­ρο­ποί­η­ση υπήρ­ξε ως προς την επι­λο­γή ιμπε­ρια­λι­στι­κής συμ­μα­χί­ας: Ο δι­κτά­το­ρας Με­τα­ξάς δεν αμ­φι­σβή­τη­σε ποτέ το δέ­σι­μο των ελ­λή­νων κα­πι­τα­λι­στών με το αγ­γλι­κό κε­φά­λαιο. Αντί­θε­τα η Ιτα­λία, ο «κου­ρε­λής ιμπε­ρια­λι­σμός» σύμ­φω­να με τη ρήση του Λένιν, αφού φλέρ­τα­ρε επί μα­κρόν με την Αγ­γλία και τη Γαλ­λία – πα­ράλ­λη­λα με τη στενή σχέση με τον Αδόλ­φο Χί­τλερ - προ­τί­μη­σε την έντα­ξη στον Άξονα και την επέ­κτα­ση στον δρόμο προς τον έλεγ­χο του Σουέζ, με ταυ­τό­χρο­νη επί­θε­ση σε Ελ­λά­δα και Βό­ρεια Αφρι­κή.
Ο ελ­λη­νοϊ­τα­λι­κός πό­λε­μος ήταν μια πε­ρι­φε­ρεια­κή σύ­γκρου­ση ενταγ­μέ­νη μέσα στον Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, την πιο δο­λο­φο­νι­κή σύρ­ρα­ξη της Ιστο­ρί­ας, που έγινε ανά­με­σα σε «πει­να­σμέ­νους» και σε «χορ­τά­τους» ιμπε­ρια­λι­στές για το ξα­να­μοί­ρα­σμα του κό­σμου. Ακρι­βώς όπως και ο Πρώ­τος Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος…       
 «Ο πό­λε­μος γεν­νιέ­ται απ’ την ει­ρή­νη τους, καθώς ο γιος από τη μάνα»
Στον στίχο αυτό του Μπρε­χτ συ­νο­ψί­ζε­ται με ενάρ­γεια η ει­κο­σα­ε­τία της ει­ρή­νης ανά­με­σα στον Α΄ και τον  Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, όπου προ­ε­τοι­μά­στη­καν και ωρί­μα­σαν οι συν­θή­κες για να γίνει ανα­πό­φευ­κτο το μα­κε­λειό του 1939-1945. Η Γερ­μα­νία, δεύ­τε­ρη τότε βιο­μη­χα­νι­κή δύ­να­μη στον κόσμο, υπο­χρε­ώ­θη­κε σε υπέ­ρο­γκες πο­λε­μι­κές απο­ζη­μιώ­σεις κάτω από διε­θνή επι­τρο­πεία και στε­ρή­θη­κε τις δυ­να­τό­τη­τες οι­κο­νο­μι­κής επέ­κτα­σης στην υπό­λοι­πη Ευ­ρώ­πη. Δίπλα της κα­τέ­λη­ξαν να συ­να­σπι­στούν η Ιτα­λία και η Ια­πω­νία, που ανή­καν στο στρα­τό­πε­δο των νι­κη­τών του Α΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου, αλλά βρέ­θη­καν «ριγ­μέ­νες» στον αγώνα τους για αποι­κια­κή εξά­πλω­ση σε σχέση με τις υπό­λοι­πες ευ­ρω­παϊ­κές αποι­κιο­κρα­τί­ες που είχαν πάρει ήδη τα κα­λύ­τε­ρα φι­λέ­τα. Το «κραχ» του ’29,  η οι­κο­νο­μι­κή κα­τη­φό­ρα του κα­πι­τα­λι­σμού και η άνο­δος της φα­σι­στι­κής αντε­πα­νά­στα­σης σε μια σειρά χώρες της Ευ­ρώ­πης επι­σφρά­γι­σαν το ανα­πό­δρα­στο του νέου πο­λέ­μου.
Είναι αλή­θεια πως οι «Δυ­νά­μεις του Άξονα» ήταν όλες δι­κτα­το­ρι­κά κα­θε­στώ­τα και η ίδια η Γερ­μα­νία του Χί­τλερ απο­τε­λού­σε τον ορι­σμό του τρό­μου και της βαρ­βα­ρό­τη­τας: ήταν κυ­ριο­λε­κτι­κά τα «Με­σά­νυ­χτα του Κό­σμου». Το Ολο­καύ­τω­μα των Εβραί­ων και η φρίκη των στρα­το­πέ­δων εξό­ντω­σης δεν υπήρ­ξαν απλώς τα  απο­τε­λέ­σμα­τα, αλλά είναι συ­νώ­νυ­μα πλέον του φα­σι­σμού.
Αλλά ο κυ­νι­σμός, η αχρειό­τη­τα και η κτη­νω­δία δεν έλει­ψαν και από το υπο­τι­θέ­με­νο δη­μο­κρα­τι­κό στρα­τό­πε­δο. Η Αγ­γλία και η Γαλ­λία πα­ρε­μπό­δι­ζαν με το πρό­σχη­μα της «ου­δε­τε­ρό­τη­τας» την άμυνα της Ισπα­νί­ας απέ­να­ντι στη σφαγή που ορ­γά­νω­νε ο Φράν­κο με τη συν­δρο­μή του ιτα­λι­κού πε­ζι­κού και της γερ­μα­νι­κής αε­ρο­πο­ρί­ας. Όλες οι «δη­μο­κρα­τι­κές» χώρες του πλα­νή­τη έκλει­σαν τα σύ­νο­ρά τους στους Εβραί­ους πρό­σφυ­γες από τη Γερ­μα­νία και την Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη και έστελ­ναν πίσω στον Χί­τλερ τα πλοιά­ριά τους ή τα βύ­θι­ζαν. Κι αυτό το αί­σχος συ­νε­χί­στη­κε ακόμη και κατά τη διάρ­κεια του πο­λέ­μου με τη Γερ­μα­νία.
Αγ­γλία και Γαλ­λία πα­ρέ­δω­σαν, με τη συμ­φω­νία του Μο­νά­χου, μια κοι­νο­βου­λευ­τι­κή δη­μο­κρα­τία, την Τσε­χο­σλο­βα­κία, στην από­λυ­τη διά­θε­ση του Χί­τλερ. 
Όταν, τέλος, Αγ­γλία και Γαλ­λία κή­ρυ­ξαν τον πό­λε­μο στη Γερ­μα­νία, το έκα­ναν για να υπε­ρα­σπί­σουν την Πο­λω­νία του αντι­ση­μί­τη δι­κτά­το­ρα Πιλ­σού­τσκι, που δεν είχε τί­πο­τε να ζη­λέ­ψει σε ατι­μία ούτε από τον Με­τα­ξά ούτε από τους ηγέ­τες του Άξονα.
Ο Δεύ­τε­ρος Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος από τη μεριά των Συμ­μά­χων έγινε για να υπε­ρα­σπί­σουν τα κε­κτη­μέ­να τους σε αποι­κί­ες και αγο­ρές και δεν είχε την πα­ρα­μι­κρή σχέση με ευαι­σθη­σί­ες και ανη­συ­χί­ες απέ­να­ντι στον φα­σι­σμό.
Το «αλ­βα­νι­κό έπος» ή ο πό­λε­μος της «ελε­ει­νής μορ­φής»
Οι μάχες στα βουνά της Ηπεί­ρου και της Αλ­βα­νί­ας ήταν μια ανη­λε­ής αλ­λη­λο­ε­ξό­ντω­ση δύο ισο­δύ­να­μων αριθ­μη­τι­κά στρα­τών, 500.000 αν­δρών συ­νο­λι­κά,  μέσα στην αθλιό­τη­τα και τα κρυο­πα­γή­μα­τα. Ο πό­λε­μος αυτός δεν είχε τί­πο­τε το επικό και τί­πο­τε απο­λύ­τως που να έχει σχέση με αντι­φα­σι­στι­κό αγώνα.   
Είναι γνω­στό πως, αρ­κε­τά συχνά, οι ιτα­λοί φα­ντά­ροι, στην αρχή του­λά­χι­στον του πο­λέ­μου, πα­ρα­δί­δο­νταν στους Έλ­λη­νες όταν έβρι­σκαν την ευ­και­ρία, φω­νά­ζο­ντας τη λέξη «frateli» που ση­μαί­νει «αδέλ­φια». Θα ήταν αρ­κε­τά εύ­λο­γο πως, αν ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός είχε την πα­ρα­μι­κρή πρό­θε­ση για αντι­φα­σι­στι­κή νίκη και ει­ρή­νη, τότε θα έπρε­πε, από τα χα­ρα­κώ­μα­τα να γί­νο­νται εκ­κλή­σεις στους ιτα­λούς φα­ντά­ρους να πα­ρα­δο­θούν, με τη­λε­βό­ες και προ­κη­ρύ­ξεις στα ιτα­λι­κά, για να υπο­νο­μευ­θεί ο φα­σι­στι­κός στρα­τός.
Τί­πο­τε τέ­τοιο δεν συ­νέ­βη και αντί­θε­τα ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός με­τα­χει­ρι­ζό­ταν με ελε­ει­νό τρόπο τους ιτα­λούς αιχ­μα­λώ­τους πο­λέ­μου. Υπάρ­χουν μαρ­τυ­ρί­ες για συ­στη­μα­τι­κούς ακρω­τη­ρια­σμούς και δο­λο­φο­νί­ες, όπως και κο­μπορ­ρη­μο­σύ­νες Ελ­λή­νων πα­λι­κα­ρά­δων που επι­δεί­κνυαν τις συλ­λο­γές κομ­μέ­νων αυ­τιών από τους αιχ­μα­λώ­τους. Τα κομ­μέ­να αυτιά του «φρα­τέ­λου» έγι­ναν και πα­νη­γυ­ρι­κός στί­χος σε διά­ση­μο τρα­γού­δι της Σο­φί­ας Βέμπω.
Έτσι, ο πό­λε­μος στα βουνά πήρε χα­ρα­κτή­ρα σφα­γεί­ου μέχρι τε­λι­κής πτώ­σε­ως του ενός αντι­μα­χό­με­νου από τον άλλο. Την ίδια στιγ­μή, και ενώ από το κα­θε­στώς Με­τα­ξά στρα­τεύ­ο­νταν κλά­σεις αρ­κε­τά με­γα­λύ­τε­ρης ηλι­κί­ας, όλα τα στε­λέ­χη της ΕΟΝ - της φα­σι­στι­κής νε­ο­λαί­ας του Με­τα­ξά - όπως και όλη η «χρυσή νε­ο­λαία» της αστι­κής τάξης πα­ρέ­με­ναν απο­σπα­σμέ­νοι στην Αθήνα μα­κριά από τις κα­κου­χί­ες του με­τώ­που. Ήταν η κά­θο­δος στα Τάρ­τα­ρα του Άδη για τους φτω­χούς και ένα πα­νη­γύ­ρι χωρίς στα­μα­τη­μό για τους χρυ­σο­κάν­θα­ρους.
Με την ει­σβο­λή του γερ­μα­νι­κού στρα­τού στις 6 Απρί­λη 1941 τε­λεί­ω­σαν οι «ηρω­ι­κές» σε­λί­δες του ελ­λη­νι­κού στρα­τού. Λίγες μέρες μετά  κι ενώ οι στρα­τιώ­τες πο­λε­μούν ακόμα, ένα τμήμα της στρα­τιω­τι­κής ηγε­σί­ας με επι­κε­φα­λής τον στρα­τη­γό Τσο­λά­κο­γλου υπο­γρά­φει την άνευ όρων πα­ρά­δο­ση. Κι έτσι, ο Βα­σι­λιάς μαζί με ένα τμήμα της άρ­χου­σας τάξης ανα­χω­ρούν άρον-άρον για την Αί­γυ­πτο υπό την προ­στα­σία των Άγ­γλων, ενώ ένα άλλο τμήμα των αστών, το με­γα­λύ­τε­ρο, μένει στην Ελ­λά­δα και συ­νερ­γά­ζε­ται με τους νι­κη­τές Ναζί. Ο Τσο­λά­κο­γλου - με τις ευ­λο­γί­ες του αρ­χιε­πί­σκο­που Δα­μα­σκη­νού – θα είναι ο πρώ­τος πρω­θυ­πουρ­γός της κυ­βέρ­νη­σης δο­σί­λο­γων. Ο πα­νε­πι­στη­μια­κός Λο­γο­θε­τό­που­λος θα είναι ο δεύ­τε­ρος και το πο­λι­τι­κό στέ­λε­χος της Δε­ξιάς από τζάκι, ο Ιω­άν­νης Ράλ­λης θα είναι και ο τε­λευ­ταί­ος.   
Αυτό το ρά­γι­σμα του γυα­λιού μέσα στην άρ­χου­σα τάξη, μαζί με την τε­ρα­τω­δία της φα­σι­στι­κής κα­το­χής, θα δώσει την ευ­και­ρία να ξε­σπά­σει πραγ­μα­τι­κός αντι­φα­σι­στι­κός αγώ­νας «από τα κάτω», από την ερ­γα­τι­κή και αγρο­τι­κή μάζα που ήταν εξορ­γι­σμέ­νη με την προ­δο­σία του αστι­κού κό­σμου. Αυτό είναι ένα άλλο τε­ρά­στιο κε­φά­λαιο, η ελ­λη­νι­κή επα­νά­στα­ση της δε­κα­ε­τί­ας του ’40, που αξί­ζει να με­λε­τη­θεί ξε­χω­ρι­στά.   

Δημοσιεύτηκε στις 27/10/2016 στον δικτυότοπο  Rproject

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Η Λοζάνη, ο Ερντογάν και η Αριστερά


του Πέτρου Τσαγκάρη



Μετά το αποτυχημένο Ιουλιανό πραξικόπημα και ειδικά από τον Σεπτέμβρη, ο Ρ. Τ.Ερντογάν αναφέρεται συχνά στη συνθήκη της Λοζάνης, υποστηρίζοντας ότι αυτή κληροδότησε προβλήματα στη σημερινή Τουρκία.

Στην Αθήνα αυτές οι δηλώσεις ερμηνεύονται ως πολεμική απειλή σε βάρος της Ελλάδας και εγείρουν υστερία αντιδηλώσεων. Ωστόσο, όποιος θέλει να δει τη συνολική εικόνα, θα διαπιστώσει εύκολα ότι οι δηλώσεις Ερντογάν έχουν δύο κυρίως στόχους και αποδέκτες: τις σημερινές δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ως φυσική συνέχεια των τότε ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που επέβαλαν τη συνθήκη των Σεβρών και τη Συνθήκη της Λοζάνης), αλλά και τους πολιτικούς επιγόνους εκείνων που υπέγραψαν τη Συνθήκη της Λοζάνης εκ μέρους της Τουρκίας, δηλ. τους κεμαλιστές.

Ο Ερντογάν επιτίθεται ευθέως στην κεμαλική αντιπολίτευση και χρησιμοποιεί την ιστορία, καταλογίζοντας στους πολιτικούς προγόνους των κεμαλιστών (κυρίως στον Ισμέτ Ινονού) «υποχωρητικότητα» απέναντι στους ιμπεριαλιστές, επειδή αποδέχθηκαν τη Συνθήκη.

Όπως λέει ο Σεμίχ Ιντίζ στη «Χουριέτ»: «ο Ερντογάν και οι οπαδοί του ενδιαφέρονται σαφώς περισσότερο να πάρουν τη ρεβάνς με τους κοσμικούς τους εχθρούς και τώρα επιλέγουν να τους χτυπήσουν επιτιθέμενοι στην ιδρυτική γενιά του κοσμικού κράτους».

Όμως για το πολιτικό ακροατήριο του Ερντογάν έχει μια επιπλέον ιδιαίτερη σημασία η αποκαθήλωση της Συνθήκης της Λοζάνης, καθώς αυτή σήμανε και το τέλος του Χαλιφάτου, την οριστική και νομική κατάργηση του καθεστώτος του Σουλτάνου και τη γέννηση του σύγχρονου τουρκικού κοσμικού κράτους. Γι’ αυτό στην ίδια την Τουρκία ο Ερντογάν δεν έχει κανένα σύμμαχο σε αυτή την αναθεώρηση της Ιστορίας. Ένα ένα τα κορυφαία στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με προεξάρχοντα τον ηγέτη του, τονίζουν την ιδρυτική σημασία που έχει για το τουρκικό κράτος η Συνθήκη της Λοζάνης.

Ακόμη και ο ηγέτης του ακροδεξιού εθνικιστικού MHP, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, κριτικάρει την αμφισβήτηση της συνθήκης από τον Ερντογάν και λέει ότι το ζήτημα είναι αρμοδιότητα των ιστορικών. Φυσικά αντίστοιχη είναι και η θεώρηση της Αριστεράς.

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι μόνοι σύμμαχοι του Ερντογάν και του κόμματός του σε αυτή την πολιτικοϊδεολογική διαμάχη βρίσκονται… στην Αθήνα. Μόνο η κυρίαρχη ελληνική ανάγνωση της Ιστορίας θεωρεί το τουρκικό κράτος συνέχεια του οθωμανικού, σε μια πλήρη και ανιστόρητη σύμπλευση με τον ελληνικό εθνικισμό της δεκάρας και με τον τουρκικό ισλαμισμό.

Η συνθήκη της Λοζάνης είναι πράγματι η ιδρυτική διακήρυξη του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Τότε, η ανερχόμενη τουρκική αστική τάξη, σε κλιμακούμενη ρήξη με το οθωμανικό καθεστώς, είχε αναλάβει –και εν πολλοίς έφερε σε πέρας– το διπλό ρόλο: να ανατρέψει το καθεστώς και ταυτόχρονα να αποκρούσει τους ιμπεριαλιστές εισβολείς –και μέσα από αυτά τα δύο να δημιουργήσει το τουρκικό έθνος και να επιβάλει σε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού την τουρκική εθνική συνείδηση. Όμως οι στρατιωτικές δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει το 1920 αντικαθρεφτίζονται στον χάρτη της Συνθήκης των Σεβρών (βλ. δίπλα).

Οι νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν εισβάλει από παντού στην καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία (που είχε συνταχθεί με τις δυνάμεις των ηττημένων). Στην Ιταλία είχε παραχωρηθεί το ένα τρίτο της σημερινής Τουρκίας, την Κωνσταντινούπολη την κατείχαν οι Άγγλοι (όπως επίσης και την πετρελαιοπαραγωγό περιοχή της Μοσούλης), ενώ οι Γάλλοι κατείχαν αυτό που κάποτε αποτελούσε το νότο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Συρία κλπ.).

Η ελληνική πλευρά συμμετείχε ενεργά στην κατακτητική εκστρατεία σε πλήρη συνεργασία με τους ιμπεριαλιστές. Ο Βενιζέλος πίεζε διαρκώς να αποσπάσει κομμάτι της καταρρέουσας Αυτοκρατορίας και τελικά οι νικητές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου του έδωσαν το «πράσινο φως» να αποβιβάσει μια μεραρχία στη Σμύρνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε τον Μάιο του 1919 υπό την προστασία αγγλικών, γαλλικών και αμερικανικών(!) πλοίων.

Στις 20 Ιουνίου 1920 (όταν το κίνημα του Κεμάλ αρχίζει να γίνεται απειλητικό για τις δυνάμεις κατοχής της Μ. Ασίας), ο Γάλλος πρωθυπουργός Μιλεράντ συμφωνεί με τον Λόιντ Τζορτζ να εξουσιοδοτήσουν την Ελλάδα να προχωρήσει σε επέλαση. Έτσι ξεκίνησε το δεύτερο σκέλος της μικρασιατικής εκστρατείας: ο ελληνικός στρατός καλείτο να επιβάλει τους –ιμπεριαλιστικούς– όρους της συνθήκης των Σεβρών.

Όταν, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, υπήρξαν και πάλι προβλήματα στην επιβολή των ιμπεριαλιστικών σχεδίων, ο Βενιζέλος είχε ξανά έτοιμη την πρόταση: με επιστολή του προς τον Λόιντ Τζορτζ στις 5/10/1920, ζητούσε να επιτραπεί η παρέμβαση του ελληνικού στρατού για τη δημιουργία κοινού ποντοαρμενικού κράτους που θα περιλάμβανε και τη Γεωργία. Έτσι θα δημιουργούνταν «ένα συμπαγές φράγμα εναντίον του Ισλαμισμού και ενδεχομένως εναντίον του ρωσικού ιμπεριαλισμού», έλεγε.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο «δημοκράτης» Βενιζέλος έστεργε να συμμετάσχει σε ιμπεριαλιστικές αντικομουνιστικές εκστρατείες. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν η κατάπτυστη αποστολή του Α’ Σώματος Στρατού στην εκστρατεία της Ουκρανίας ενάντια στο νεαρό εργατικό κράτος που είχε προκύψει μετά την επανάσταση του 1917.

Ήταν αυτές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Κεμάλ στράφηκε για βοήθεια προς τη Μόσχα. Η σοβιετική ηγεσία απάντησε έπειτα από ενάμιση μήνα μέσω του Τσιτσέριν (επιτρόπου επί των Εξωτερικών), προτείνοντας μάλιστα την ανταλλαγή διπλωματικών αντιπροσωπειών. Τελικά πολλούς μήνες μετά (Μάρτης του 1921) θα υπογραφεί κοινή συνθήκη μεταξύ των δύο μερών, βάσει της οποίας η ρωσική πλευρά βοήθησε σημαντικά με όπλα, πολεμοφόδια και άλλα υλικά μέσα τον Κεμάλ.
Αυτή η βοήθεια, αλλά και οι φόβοι των Γάλλων και των Ιταλών ότι η εξεγερμένη Τουρκία του Κεμάλ μπορεί να μετατραπεί σε προέκταση του μπολσεβίκικου κράτους, οδήγησαν σε υποχώρηση τις δύο αυτές χώρες. Σοβαρό ρόλο έπαιξε και η κούραση των φαντάρων, που είχαν συμμετάσχει στο σφαγείο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνοδεύτηκε από ανείπωτες σφαγές και αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών εκατέρωθεν, με κύρια θύματα μουσουλμάνους και χριστιανούς κάθε εθνότητας, Τούρκους, Έλληνες, Αρμένιους και άλλους. Η Τουρκία του Κεμάλ κατάφερε να ανατρέψει το καθεστώς που είχε δημιουργηθεί από τη συνθήκη των Σεβρών και έτσι φτάσαμε τελικά στη Συνθήκη της Λοζάνης.

Όμως ακόμη και με τη συνθήκη αυτή δεν αποκαταστάθηκαν τα όρια της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή είναι η «κριτική» που κάνει σήμερα στους κεμαλικούς ο Ερντογάν, προσπαθώντας να τους χρεώσει «ανεπαρκή» πατριωτισμό. Κυρίως όμως προσπαθεί να πείσει τον τουρκικό λαό για την «ιστορικότητα» των διεκδικήσεων της Τουρκίας σε περιοχές όπως η Μοσούλη. Να νομιμοποιήσει δηλ. στα μάτια του λαού μια πιθανή εμπλοκή σε πολεμικές περιπέτειες με στόχο το μοίρασμα εδαφών. Κι από την άλλη «φωνάζει» στους υπόλοιπους ιμπεριαλιστές ότι η Άγκυρα είναι εδώ και διεκδικεί. Οι φωνές του είναι φιλοπόλεμες, αλλά σε κόντρα με τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, πιθανά με ΟΛΕΣ τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Αντίθετα η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται –για άλλη μια φορά– σε συνεννόηση με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (πιθανότατα με ΟΛΕΣ τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις) για μια άλλη μοιρασιά: των θαλάσσιων περιοχών και των κοιτασμάτων τους στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Πρόκειται για εξίσου επικίνδυνες εκστρατείες που μπορεί να μη μοιάζουν με αυτές του Βενιζέλου, αλλά δεν έχουν να προσφέρουν, όπως και εκείνες, τίποτα στο λαό. Όποιος δεν κατανοεί την πλήρη εικόνα της περιοχής οδηγείται σε εντελώς λάθος πολιτική. Και είναι κρίμα αν αυτή τη λάθος πολιτική την ενστερνίζεται και η Αριστερά.

φωτό: Ο Χάρτης της Συνθήκης των Σεβρών αποτυπώνει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί το 1920


Δημοσιεύτηκε στην "Εργατική Αριστερά", φ. 370 (26/10).