Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Bλαχομπογδανία – Ιόνιος Πολιτεία, σημειώσατε 1X



Tου Άκη Γαβριηλίδη


Μετά τη συντριπτική ήττα του στην υπόθεση του «ρατσιστή» Ρίχτερ, ο ελληνικός μακαρθισμός δεν χρειάστηκε ούτε μία μέρα μέχρι να βρει τον επόμενο στόχο της αντεπίθεσής του, την επόμενη περίπτωση προσβολής των ιερών και των οσίων του έθνους: ο βέβηλος αυτή τη φορά ήταν ο τηλεπαρουσιαστής Κωνσταντίνος Μπογδάνος, ο οποίος, σε μια τρίλεπτη παρουσίαση της ζωής τού Διονύσιου Σολωμού με αφορμή κάποια επέτειο, ανέφερε ότι ο ποιητής του εθνικού ύμνου κατά πληροφορίες ήταν εβραϊκής καταγωγής, μασόνος, αλκοολικός και ομοφυλόφιλος. Η αναφορά αυτή του στοίχισε δριμύτατες επιθέσεις από ακροδεξιά σάιτ, καθώς και μία ανακοίνωση του δημάρχου Ζακύνθου η οποία τον κηρύσσει «ανεπιθύμητο πρόσωπο» στη Ζάκυνθο.
Το ότι οι επιθέσεις αυτές πηγάζουν από ό,τι το έθνος έχει μάθει να θεωρεί εθνικό και όχι από το αληθινό, προκύπτει μεταξύ άλλων από το εξής στοιχείο: η αναφορά του Μπογδάνου περιέχει πολλές κραυγαλέες ανακρίβειες και αστοχίες. Π.χ. ήδη από την πρώτη της πρόταση, αναφέρει ότι ο Σολωμός «έχει στιχουργήσει [sic] τον εθνικό μας ύμνο». Και συνεχίζει: «η τελευταία του στροφή είναι η 16. Δεν θυμάμαι ποια είναι η πρώτη, υπάρχουν και πολλές ανάμεσα, απλά βρήκανε δύο, κλαπ [sic] τις ενώσανε, τις μελοποίησε μετά ο Μάντζαρος». Φυσικά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ισχύει: ο εθνικός ύμνος αποτελείται από τις δύο πρώτες στροφές τού «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», ο οποίος έχει πολύ περισσότερες από 16 στροφές. Αλλά και τίποτε από όλα αυτά δεν ενόχλησε τους αγανακτισμένους πολίτες (ή δημάρχους), οι οποίοι φαίνεται να είναι εξίσου άσχετοι με το έργο του ποιητή. Αυτό που τους απασχολεί είναι να μην «σπιλωθεί η μνήμη» του εθνικού τοτέμ με τέτοιες «επαίσχυντες» ιδιότητες. Στη σπουδή τους αυτή, πέφτουν και σε κωμικές αντιφάσεις ανάλογες με το ανέκδοτο της σπασμένης τσαγέρας. Π.χ. στο Youtube έχει ανεβεί το σχετικό κλιπ με τον τίτλο «ΣΟΚ ! EBΡΑΙΟΚΑΝΑΛΟ ΥΒΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΠΟΙΗΤΗ!». Ο άνθρωπος που το έγραψε δεν σκέφτηκε ότι, αν ένα «εβραιοκάναλο» αποκαλεί κάποιον «Εβραίο», τότε αν μη τι άλλο δεν είναι δυνατό να τον «υβρίζει».
Κάτω από την ανάρτηση ακολουθεί φυσικά ο γνωστός οχετός από σεξιστικές ύβρεις και απειλές δολοφονίας.
Αλλά και η κίνηση του δημάρχου, ο οποίος χαρακτηρίζει «ανεπιθύμητο πρόσωπο για τη Ζάκυνθο» τον Μπογδάνο (προαναγγέλλοντας μάλιστα και «απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου» με το ίδιο περιεχόμενο –χωρίς να περιμένει καν να γίνει η ψηφοφορία, προφανώς θεωρεί ότι την έχει στο τσεπάκι), εντάσσεται στην ίδια πρακτική λυντσαρίσματος. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ούτε οι δήμαρχοι, ούτε τα δημοτικά συμβούλια έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα να απαγορεύουν σε Έλληνες πολίτες την πρόσβαση σε οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής επικράτειας. Ακόμη και αν η Ζάκυνθος δεν ήταν τμήμα της ελληνικής επικράτειας, π.χ. αν υπήρχε σήμερα η Ιόνιος Πολιτεία ως χωριστό κράτος και ανήκε σε αυτή, πάλι δεν θα ενέπιπτε στην αρμοδιότητα ενός δημάρχου να κηρύξει «αναστολή της Συνθήκης Σένγκεν» ως προς συγκεκριμένο άτομο με απλή διοικητική απόφαση. Η κήρυξη λοιπόν αυτή δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Προφανώς όμως παράγει πολλά πρακτικά αποτελέσματα: εμπεδώνει μία αίσθηση «Φαρ Ουέστ» και δίνει ένα ημιεπίσημο άλλοθι στους Χρυσαυγίτες που απειλούν να βιάσουν, να διαμελίσουν, και γενικώς να εκδικηθούν τον δημοσιογράφο με διάφορους ευφάνταστους τρόπους.
Αν όμως ο χώρος –οι πολλοί χώροι- του ριζοσπαστικού πατριωτισμού αντέδρασαν έτσι, μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί εξ όσων γνωρίζω ούτε ένας να υπερασπιστεί δημόσια την ελευθερία της έκφρασης από αυτές τις απειλές. Αρκετοί εκδήλωσαν όχι απλώς αδιαφορία, αλλά έκδηλη –και χαιρέκακη- ικανοποίηση, με βάση το σκεπτικό ότι πρόκειται για «ενδοδεξιά διαμάχη» και ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος είναι αντιπαθής, αμόρφωτος, «νεοφιλελές», και «έπαθε ό,τι του άξιζε».
Το σκεπτικό αυτό φυσικά είναι άκυρο. Η ελευθερία του λόγου είναι ένα δημόσιο δικαίωμα και ισχύει τόσο για τους ευφυείς, όσο και για τους ανοήτους. Ο καθένας από μας μπορεί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε εκ των κατηγοριών αυτών σε διαφορετικές στιγμές ή από διαφορετικούς ανθρώπους, και δεν μπορεί τα δημόσια δικαιώματά μας να εξαρτώνται από αυτή την κατάταξη.
Και εκεί που δεν υπήρξε πλειοδοσία, πάντως, υπήρξε τακτική Πόντιου Πιλάτου. Στη μόνη ανάρτηση –εξ όσων γνωρίζω- η οποία διαφοροποιείται από αυτό το κλίμα ηθικού πανικού, το όλο περιστατικό εισάγεται εξ αρχής υποτιμητικά ως «μια άνευ αντικειμένου διαμάχη στο ελληνικό διαδίκτυο». Το δημοσίευμα στη συνέχεια αναφέρει τις ιδιότητες που αποδόθηκαν στο Σολωμό και τις κηρύσσει αδιάφορες, με τέσσερα απανωτά «Και λοιπόν;».
Ισχυρίζομαι ότι αυτή η τακτική «ενεργητικής αδιαφορίας» είναι κακή συμβουλή. Είναι αποτέλεσμα φόβου, και έχει ως αποτέλεσμα να μας περιορίζει σε αμηχανία και αδράνεια. Κάποιοι φοβούνται να μιλήσουν «για να μην μας ταυτίσουν με τον Μπογδάνο», άλλοι φοβούνται να μιλήσουν για να μην «ασχοληθούν μαζί του και τον κάνουν μάγκα», εφόσον «αυτό επιδιώκει». Έτσι, τελικά οι μόνοι που μιλάν είναι οι εκφραστές διαφόρων εκδοχών της αυτο-αποικιοποίησης που συνεπάγεται η ευρωκεντρική συγκρότηση του ελληνικού έθνους. Διότι αυτό είναι το διακύβευμα αυτής της διαμάχης. Η οποία λοιπόν δεν είναι καθόλου «άνευ αντικειμένου» ούτε περιορίζεται στο διαδίκτυο, αλλά διεξαγόταν ήδη από την εποχή του Σολωμού, και παλιότερα.
Αν το θέσουμε σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε αρκετά να πούμε χωρίς να κινδυνεύουμε να μας «καταπιεί» κανένας άλλος λόγος. Κατά πρώτον: μπορεί όντως κάποιος να λέει κάτι για να προκαλέσει, και μπορεί αυτό που λέει να μην έχει καθαυτό κάποια ιδιαίτερη σημασία. Αλλά το σημαντικό ερώτημα είναι: γιατί τόσοι πολλοί πράγματι προκαλούνται από κάτι «ασήμαντο»; Προφανώς επειδή για αυτούς έχει σημασία, και η σημασία αυτή είναι ένα κοινωνικό και όχι ιδιωτικό φαινόμενο. Παράγεται από μία κοινωνική μηχανή φαλλογοκεντρικής νοηματοδοσίας, κατά την οποία κάποιες ιδιότητες είναι απαράδεκτο να χαρακτηρίζουν τους πατέρες του έθνους.
Αλλά και ο «προκλητικός» λόγος του Μπογδάνου στις ίδιες ευρωκεντρικές προκείμενες βασίζεται. Αυτό αποτελεί έκφραση όχι κάποιας εγελιανής «διαλεκτικής αντιστροφής» και κάποιας κατοπτρικής σχέσης κυρίου και δούλου, αλλά του ανταγωνιστικού διχασμού, της διχογνωμίας (dissensus) που χαρακτηρίζει συστατικά το εθνικό υποκείμενο από κατασκευής του. Η απάντησή του στον δήμαρχο ξεχειλίζει από την ανωτερότητα του αυτοθεωρούμενου ως πολιτισμένου αποικιοκράτη απέναντι στους άξεστους ιθαγενείς. Δεν τους αποκαλεί βέβαια έτσι. Αλλά τους αποκαλεί αμόρφωτους, φυσικά λαϊκιστές (ο όρος-πασπαρτού εθνολαϊκιστής δεν υπάρχει ως τέτοιος, αλλά υπάρχει παντού το νόημά του), «πρόβατα», «τομάρια που παριστάνουν τις θιγμένες κορασίδες», «αγράμματους γκασμάδες» που είναι «ανίκανοι να συγκινηθούν από την τέχνη» κ.ο.κ. Όλη την γκάμα των χαρακτηρισμών δηλαδή από το οπλοστάσιο του μίσους για τη δημοκρατία που κατευθύνει το λόγο της αντιπολίτευσης στον λόγο-μη λόγο των μαζών, από την εποχή των Αγανακτισμένων και έπειτα. Το γεγονός δε ότι γράφει με σκοπό να προκαλέσει, τον οδηγεί να εκφράζει αυτή την αυτο-αποικιοποίηση με ανοιχτά ρατσιστικές διατυπώσεις, όπως μογγολικές ορδές (!) και οθωμανέλληνες.
Η αφ’ υψηλού αφωνία απέναντι στη διαμάχη αυτή οφείλεται μάλλον στο ότι κατά βάθος όλοι συμμερίζονται τη μία ή την άλλη εκδοχή της αυτο-αποικιοποίησης –ή διστάζουν να διαφοροποιηθούν ανοιχτά απ’ αυτή, ιδίως σε εποχές γενικευμένης ισλαμοφοβίας. Δεν υπάρχουν πολλοί που να μη συμμερίζονται το κοινό αξίωμα του Μπογδάνου και των –πράγματι φασιστών- επικριτών του ότι οι Μογγόλοι και οι Οθωμανοί είναι συνώνυμα της βαρβαρότητας και της καθυστέρησης.
Έτσι, οι μόνοι που είμαστε σε θέση να δούμε πόσο βάρβαρη και ανιστόρητη είναι αυτή η ομόθυμη αυτο-αποικιοποίηση, και να φρίξουμε με αυτή, μάλλον είμαστε εμείς οι έποικοι. Εμείς που υπήρξαμε πραγματικά Οθωμανέλληνες πριν από δυο γενιές, και δεν έχουμε κανένα λόγο να ντρεπόμαστε γι’ αυτό. Όπως επίσης, για διαφορετικούς λόγους, αυτοί που υπήρξαν –και εξακολουθούν να είναι- πραγματικά ιθαγενείς στα μέρη τα οποία εποικίσαμε, και που επίσης δεν έχουν κανένα λόγο να ντρέπονται για την ιθαγενικότητά τους. Ας πούμε, οι Μακεδόνες και οι Τούρκοι της Θράκης.
Ίσως λοιπόν αυτοί –και εμείς- να είναι καλύτερα σε θέση να επικοινωνήσουν με την ελευθεριά, ακόμη και αν αυτή δεν είναι με τη στενή έννοια βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων. Μια έννοια η οποία απουσιάζει κραυγαλέα από το λόγο τόσο των «γιδιών» όσο και του διαφωτισμένου επικριτή τους.
Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Nomadic Universality στις 14-2-2016.
Tourkiko-mouseio-varvarothtas

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Οι χριστιανοί Τούρκοι κάτοικοι της Ελλάδας στην απογραφή του 1928


Στην απογραφή του 1928, εκτός των άλλων, υπήρξε καταγραφή της θρησκείας και της γλώσσας του πληθυσμού. Τα σχετικά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν, όπως έχω αναλύσει σε παλαιότερα κείμενά μου, αλλοιώθηκαν για «εθνικούς λόγους». Ο αριθμός των μη ελληνόφωνων ορθοδόξων μειώθηκε από τη Στατιστική Υπηρεσία σε τέτοιο βαθμό, ώστε εξαφανίστηκαν ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού της χώρας. Για παράδειγμα, φαίνεται πως στη χώρα κατοικούσαν τότε μόνο 95 ορθόδοξοι Αρβανίτες!
Παρά τη στατιστική μείωση, ωστόσο εμφανίζεται απογραφικά μια κατηγορία εξαιρετικά πολυπληθής. Πρόκειται για τους ορθόδοξους χριστιανούς, τουρκικής γλώσσας. Η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων, ήταν πρόσφυγες που ήρθαν από την Τουρκία, κυρίως μετά το 1922.
Πρόκειται για τουρκόφωνο πληθυσμό που εκχριστιανίστηκε στα χρόνια της ακμής του Βυζαντίου. Και παρέμεινε έτσι για αιώνες (κομμάτι του Ρουμ Μιλέτ, υπό τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως), υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στη Μακεδονία χριστιανοί Τούρκοι κατοικούσαν από παλιά στους καζάδες Ζίχνας και Σερρών.
Οι Τούρκοι χριστιανοί πρόσφυγες έγιναν γνωστοί στην Ελλάδα ως Μπαφραλήδες, Γκαγκα(β)ούζηδες, Καραμανλήδες κ.α. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προσπάθησε ανεπιτυχώς να εξαιρεθούν της υποχρεωτικής ανταλλαγής, λόγω της τουρκικής γλώσσας. Υπήρξαν μάλιστα εκείνη την εποχή και επώνυμα δημοσιεύματα μητροπολιτών στις εφημερίδες.
Ο επίσημος λοιπόν αριθμός αυτών των χριστιανών Τούρκων το 1928 ήταν 103.642 άτομα (46.696 άρρενες και 56.946 θήλεις). Η κατανομή τους κατά γεωγραφικό διαμέρισμα είχε ως εξής: Μακεδονία 70.032, Στερεά 17.752, Θράκη 9.121, Θεσσαλία 2.830, Ήπειρος 1.796, Πελοπόννησος 932, Κρήτη 621, Νήσοι Αιγαίου 234, Ιόνιοι Νήσοι 164 και Κυκλάδες 107.
Δείτε αναλυτικά τον πληθυσμό των χριστιανών Τούρκων κατά νομό, επαρχία και δήμο (ή μεγάλη κοινότητα) στην απογραφή του 1928 στον δικτυότοπο του Δημήτρη Λιθοξόου.




Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

H αλήθεια για τα Ίμια

Screen-Shot-2013-01-31-at-6.36.00-AM-1
Η κρίση των βραχονησίδων Ίμια, στις 30 και 31 Γενάρη του 1996, έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία στα πρόθυρα του πολέμου. Οι στόλοι είχαν παραταχθεί στη περιοχή γύρω από τις δυο μικροσκοπικές βραχονησίδες που βρίσκονται κοντά στην Κάλυμνο, με το δάκτυλο στην σκανδάλη.
Ο Σημίτης στο βιβλίο του γράφει ότι ο τότε αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Λυμπέρης δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, αφού απέτυχε να φυλάξει τη δεύτερη βραχονησίδα από την απόβαση Τούρκων κομάντος. Όχι μόνο αυτό, αλλά όταν ήρθαν τα πρώτα νέα για την απόβαση, τα διέψευσε για να τα δεχτεί μετά από πολλές ώρες, όταν η μοναδική απάντηση θα ήταν ο βομβαρδισμός της βραχονησίδας που θα είχε σα συνέπεια μια γενικευμένη σύρραξη στην περιοχή. Οι αποκαλύψεις του Σημίτη προκάλεσαν μια θύελλα αντιδράσεων. Δυσφημίζει τις ένοπλες δυνάμεις, λένε οι επικριτές του, και κατ’ επέκταση τη χώρα.
Η απειλή του πολέμου ήταν υπαρκτή. Ο Λυμπέρης παραιτήθηκε από την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων στις αρχές του Φλεβάρη. Και λίγες μέρες μετά, στις 11 Φλεβάρη, διέρρεε στην Ελευθεροτυπία τα παρανοϊκά σχέδιά του: «Δεν ήθελε να περιοριστεί σε ένα κλεφτοπόλεμο στις βραχονησίδες και είχε προσανατολιστεί στη λογική του «μεγάλου χτυπήματος» σε ευρεία κλίμακα στο Αιγαίο». Το «μεγάλο χτύπημα» περιλάμβανε και βομβαρδισμό στρατιωτικών βάσεων έξω από τη Σμύρνη. Μπορούμε να φανταστούμε ποια θα ήταν τα αντίποινα. Δεν έχουμε να λυπηθούμε λοιπόν καθόλου για το «τσαλάκωμα» της εικόνας του ναυάρχου και των άλλων πολεμοκάπηλων.
Η κρίση των Ίμια από τότε μέχρι σήμερα παρουσιάζεται σαν μια καλοστημένη προβοκάτσια της Τουρκίας. Η τούρκικη κυβέρνηση έχει βάλει στο μάτι το Αιγαίο, μας λένε και σαν πρώτο βήμα θέλει να κατοχυρώσει ότι υπάρχουν αμφισβητούμενες περιοχές, «γκρίζες ζώνες». Τέτοιου είδους αναλύσεις στηρίζονται σε πολύ επιλεκτική μνήμη.
Παρελθόν
Η κρίση στα Ίμια δεν έπεσε από τον ουρανό εκείνη τη δραματική νύχτα. Είχε παρελθόν. Από τις αρχές του 1995 κιόλας, το υπουργείο Αιγαίου είχε ανακοινώσει προγράμματα «εποικισμού βραχονησίδων», με οικονομικές ενισχύσεις για όποιον επέλεγε να εγκατασταθεί σ’ αυτές. Τα Χριστούγεννα του 1995, ένα τούρκικο εμπορικό πλοίο προσάραξε στις ξέρες των Ίμια. Όπως γράφει και ο Σημίτης στο βιβλίο του, η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η εξής: «Η ελληνική πλευρά διαμηνύει στην Άγκυρα ότι αν δε δεχτούν τη βοήθεια των ελληνικών ρυμουλκών, η φορτηγίδα θα μείνει επ’ αόριστον προσαραγμένη». Στις 25 Γενάρη, ο δήμαρχος της Καλύμνου συνοδευόμενος από το διοικητή του αστυνομικού τμήματος πήγαν στα Ίμια να υψώσουν την ελληνική σημαία.
Γιατί τόση ταραχή για κάποια έρημα βράχια στη μέση του πελάγου; Κατοικημένες βραχονησίδες με τη σημαία να κυματίζει, σημαίνει ότι έχουν χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα. Εκεί κρύβεται το μυστικό. Ο έλεγχος των βραχονησίδων ήταν ένα βήμα για να ενισχυθούν οι ελληνικές διεκδικήσεις στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, να μετατραπεί σε μια κλειστή «ελληνική λίμνη».
Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90 ήταν η περίοδος που οι δυτικές πολυεθνικές εξορμούσαν για τον έλεγχο των τεράστιων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στον Καύκασο και την Κασπία Θάλασσα. Οι δρόμοι που θα ακολουθούσαν αυτά τα τεράστια αποθέματα προς τη Δύση έγιναν αντικείμενο κόντρας ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις. Εμφύλιοι πόλεμοι, πραξικοπήματα,  τα πάντα μπήκαν στην υπηρεσία αυτού του νέου «Μεγάλου Παιχνιδιού». Τα Στενά του Βοσπόρου και το Αιγαίο ήταν μια από αυτές τις πιθανές διαδρομές. Το αποτέλεσμα ήταν να πέσει φρέσκο λάδι στη φωτιά του ανταγωνισμού ανάμεσα στην ελληνική και τούρκικη άρχουσα τάξη για το ποια θα είναι ο «στρατηγικός εταίρος» του μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε όλη τη περιοχή που απλώνεται από τα Βαλκάνια μέχρι την ανατολική Μεσόγειο και ακόμα παραπέρα.
Τα Ίμια ήταν το αποτέλεσμα. Ο Σημίτης θυμίζει στο βιβλίο του τις δηλώσεις που είχε κάνει στα πλαίσια των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησής στις 29 Γενάρη 1996 – όταν η κρίση κλιμακωνόταν: «η αντίδραση της Ελλάδας θα είναι έντονη, άμεση και αποτελεσματική. Έχουμε τα μέσα και θα τα χρησιμοποιήσουμε χωρίς δισταγμό. Δε δεχόμαστε καμιά απολύτως αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Ας μη γελιούνται.» Καθόλου κατευναστική ή ειρηνική γλώσσα δηλαδή. Αυτό για το οποίο κατηγορεί στην πραγματικότητα ο Σημίτης τον Λυμπέρη είναι ότι δεν κατάφερε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα «όλα τα μέσα».
Είμαστε ενάντια στον πόλεμο με την Τουρκία και γι’ αυτό το λόγο είμαστε ενάντια σε όλους όσους φωνάζουν ότι θα έπρεπε να γίνει πόλεμος στα Ίμια και τώρα θέλουν να πάρουν τη ρεβάνς για την «εθνική ταπείνωση». Όμως, ότι και να λέει ο Σημίτης, ο πόλεμος δεν αποφεύγεται με τη συνεργασία των ΗΠΑ. Οι χασάπηδες του Κόσοβου και της Βαγδάτης δεν είναι «παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας» ακριβώς το αντίθετο, οι επεμβάσεις τους οξύνουν τους ανταγωνισμούς.
Μόνο το αντιπολεμικό κίνημα είναι εγγύηση ενάντια στους πολεμοκάπηλους, «ελληναράδες» και «εκσυγχρονισμένους».
Λέανδρος Μπόλαρης
Δημοσιεύτηκε στον δικτυότοπο της Κίνησης "Απελάστε το ρατσισμό" στις 23-1-2016.
Σημείωση της Αντιεθνικιστικής Κίνησης: Η Αντιεθνικιστική Κίνηση διαφωνεί με την άποψη του αρθρογράφου ότι οι ΗΠΑ ευθύνονται αποκλειστικά για το μακελειό στο Κόσοβο και στο Ιράκ, δεδομένου ότι προηγήθηκε εθνοκάθαρση στο Κόσοβο πριν από την νατοϊκή επέμβαση και εθνοκάθαρση στο Χαλέπτσε του ιρακινού Κουρδιστάν, πριν από την στρατιωτική επέμβαση του Ν.Α.Τ.Ο. στο Ιράκ το 2003. Δείτε σχετικό με το Κόσοβο άρθρο της Αντιεθνικιστικής Κίνησης.