Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Ποιος απελευθερώθηκε το 1912;

kritikos makedonomahos


Του Άκη Γαβριηλίδη


Τη χρονιά που έρχεται, η Θεσσαλονίκη ετοιμάζεται να γιορτάσει τα «εκατό χρόνια από την απελευθέρωσή της».
Για την ακρίβεια, αυτοί που προς το παρόν ετοιμάζονται να τα γιορτάσουν είναι οι επίσημοι και οι αρχές της πόλης, καθώς και οι επαγγελματίες του είδους (υπεύθυνοι πρακτορείων, διοργανωτές εκθέσεων/ συνεδρίων κ.ο.κ.). Ως προς το θέμα μάλιστα αυτό, προέκυψε ήδη μία διαφωνία: ποιες αρχές είναι οι αρμόδιες για τον εορτασμό; Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ή μήπως το σύνολο των τοπικών αρχών του ευρύτερου οικιστικού συγκροτήματος[1];


Πριν όμως τη διαφωνία αυτή, νομίζω ότι υπάρχει ένα βασικότερο ερώτημα που καλό θα ήταν να τεθεί και να συζητηθεί στο δημόσιο χώρο: με ποια ακριβώς έννοια χρησιμοποιείται εδώ ο όρος «απελευθέρωση»;
Καταρχάς, λογική προϋπόθεση της χρήσης μιας τέτοιας έκφρασης είναι η ταύτιση της ελευθερίας με το (ή με ένα) κράτος. Κατά τρόπο κάπως διεστραμμένο σε σχέση με την αρχική διατύπωση μιας ανάλογης ταύτισης εκ μέρους του Χέγκελ, ένας πληθυσμός ή/ και μια εδαφική έκταση κατέληξε να θεωρείται «ελεύθερη» με αποκλειστικό κριτήριο το εάν εντάσσεται σε αυτήν ή την άλλη κρατική επικράτεια –και ειδικότερα σε εκείνη που θεωρείται ως η «φυσική» της, που υποτίθεται ότι αντιστοιχεί στην εθνοτική καταγωγή και στον εθνικό χαρακτήρα του εν λόγω πληθυσμού ή έκτασης.


Όπως είναι προφανές, πρόκειται ήδη για μια υπεξαίρεση/ οικειοποίηση της έννοιας της ελευθερίας από τον «μεθοδολογικό εθνικισμό», για μια εξαιρετικά περιοριστική κατανόηση του όρου.
Ακόμη όμως και με αυτή την περιοριστική έννοια, είναι εξαιρετικά προβληματικό να ισχυριστούμε ότι ο ελληνικός στρατός που εισήλθε το 1912 στη Θεσσαλονίκη την «απελευθέρωσε». Πάντως οι τότε κάτοικοι της πόλης δεν έδειχναν να αισθάνονται ιδιαίτερα «απελευθερωμένοι». Τη χρονική στιγμή που ο ελληνικός στρατός, μετά από πολεμική εκστρατεία και εισβολή στα εδάφη τής τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατέλαβε (και) τη συγκεκριμένη πόλη, και για αρκετούς αιώνες προηγουμένως, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης αποτελούνταν από πολυάριθμες εθνοτικές ομάδες, από τις οποίες η πολυπληθέστερη –αλλά και η σημαντικότερη από άποψη οικονομικής, πνευματικής και κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας- ήταν οι Σεφαραδίτες Εβραίοι, ενώ οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι ήταν μόλις η τρίτη σε αριθμό πληθυσμιακή ομάδα με περίπου 25%[2].
Ακόμη λοιπόν και με συμβατικά εθνοκρατικά κριτήρια, ο καταλληλότερος χαρακτηρισμός για αυτό που συνέβη το 1912 θα ήταν μάλλον «ηκατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό».
Η ομοιόμορφη και απροβλημάτιστη χρήση του όρου «απελευθέρωση» δημιουργεί την παραπλανητική εντύπωση ότι μέχρι το 1912 όλα ήταν «σκλαβιά», μαυρίλα, ή εν πάση περιπτώσει δεν μας πολυενδιαφέρει τι ήταν· η «πραγματική» ιστορία της πόλης αρχίζει μετά τη χρονολογία αυτή, ενώ ό,τι έγινε πριν έχει νόημα μόνο στο βαθμό που «προετοίμαζε» την τωρινή ευτυχή κατάληξη/ κατάληψη.
Ωστόσο, αν προσπαθούσαμε να κάνουμε έναν απολογισμό αυτών των 100 χρόνων και να δούμε τι αποτελέσματα είχε η ένταξη της πόλης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους, θα διαπιστώναμε ότι δεν μπορούμε να βρούμε και πολλά πράγματα τα οποία να ήταν ιδιαίτερα «απελευθερωτικά» με οποιαδήποτε έννοια του όρου.


Καταρχάς, η μεγαλύτερη αυτή εθνοτική ομάδα στην οποία αναφερθήκαμε, στη συντριπτική της πλειοψηφία εξοντώθηκε βιολογικά δύο δεκαετίες αργότερα. Την εξόντωση αυτή βέβαια τη σχεδίασαν και την υλοποίησαν οι Ναζί. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης όμως δεν φάνηκε να δυσαρεστήθηκαν ιδιαίτερα γι’ αυτό. Αντιθέτως, πολλοί από αυτούς, προεξάρχοντος του δήμου και των λοιπών αρχών της πόλης, δωσιλογικών ή εθνικοφρόνων, έσπευσαν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος της παρουσίας των Εβραίων, ιδιοποιούμενοι όσα τους ήταν χρήσιμα και απλώς καταστρέφοντας τα υπόλοιπα. Μεταξύ των οποίων και ένα ανυπολόγιστης αρχαιολογικής αξίας εβραϊκό νεκροταφείο, ένα από τα σημαντικότερα της Ευρώπης, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς με εκδικητική μανία εντός ελάχιστου χρόνου. Σήμερα, η πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης δεν γνωρίζει καν ότι υπήρξε κάποτε ένα τέτοιο νεκροταφείο. Στη θέση του, με πρωτοφανή κυνισμό, ανεγέρθηκε το … πανεπιστήμιο της πόλης, το οποίο φέρει την επωνυμία «Αριστοτέλειο» αλλά έχει ως λογότυπο έναν Ρωμαίο στρατιωτικό που ανακηρύχθηκε σε χριστιανό άγιο μετά το θάνατό του –και που πάντως όσο ζούσε δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τις επιστήμες και τα γράμματα.


Ένα άλλο αποτέλεσμα επίσης ήταν ότι, μία δεκαετία αργότερα, το ελληνικό κράτος εγκατέστησε στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή πολλές δεκάδες χιλιάδες Μικρασιατών και Ποντίων προσφύγων, στις πλάτες των οποίων είχε την πρώτη ευκαιρία να δοκιμάσει σε τόσο μαζική κλίμακα την τεχνολογία του στρατοπέδου[3]. Μετά την απαραίτητη συμβολική και υλική καραντίνα, οι πληθυσμοί αυτοί χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικά ως έποικοι για τον «εξελληνισμό» της ευρύτερης περιοχής, χωρίς να εκλείψει ποτέ ο κλοιός της στενής παρακολούθησης και η υποψία της «αμφίβολης ελληνικότητας» που τους βάραινε στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με αποτέλεσμα να τους οδηγεί σε διαρκείς πλειοδοσίες προκειμένου να αποσείσουν την υποψία. Σήμερα βέβαια η αμφισβήτηση αυτή δεν διατυπώνεται ρητά, (αν εξαιρέσουμε κάποια συνθήματα που εκφωνούνται στον ευγενή χώρο του αθλητισμού), αλλά μία ένδειξη τη διαρκούς δραστικότητάς της υπήρξαν τα μεταξικής εμπνεύσεως συλλαλητήρια των αρχών της δεκαετίας του 90 εναντίον της ανακήρυξης της δημοκρατίας της Μακεδονίας. Φαινόμενα όχι ιδιαίτερα απελευθερωτικά και αυτά.


Σε αυτή την άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε θορυβώδη εθνοκάθαρση –ή/και αυτο-εθνοκάθαρση- του κοινωνικού ιστού της πόλης. θα πρέπει να προσθέσουμε τη διάλυση της πολυεθνικής σοσιαλιστικής Φεντερασιόν, την πολύνεκρη καταστολή των διαδηλωτών της απεργίας του 1936 από το στρατό –τον ίδιο αυτό στρατό που λίγο νωρίτερα τους είχε «απελευθερώσει»- και τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη από το παρακράτος το 63.


Ένα υπόλοιπο όμως που περισσεύει, και που υπονομεύει διαβρωτικά την φαινομενικά πλήρη τακτοποίηση της μνήμης και την απώθηση των ενοχλητικών στοιχείων από το παρελθόν, είναι η οργάνωση του αστικού χώρου της Θεσσαλονίκης και, ειδικότερα, οι πολιτικές σε ζητήματα δημόσιας μνήμης –και μνημείων.
Αν κοιτάξει κανείς τις επιλογές όσον αφορά τα αγάλματα που κοσμούν (;) τις οδούς και τις πλατείες της Θεσσαλονίκης, αλλά και όσον αφορά τις ίδιες τις ονομασίες –και τις μετονομασίες- των εν λόγω οδών και πλατειών, θα σχηματίσει την εντύπωση ότι η πόλη βρίσκεται ακόμα, ή τουλάχιστο βρισκόταν μέχρι πρόσφατα, υπό κατοχή· ότι πρόκειται για μία πόλη στην οποία υπάρχει μια διάχυτη ανασφάλεια και μια ανάγκη να υπενθυμίζεται διαρκώς ποιος κάνει κουμάντο εδώ, να πειθαρχείται διαρκώς το βλέμμα των κατοίκων –και των επισκεπτών- προς την πανταχού παρούσα αρχή της ελληνοκανονιστικότητας. Αυτό όμως που απαιτείται να υπενθυμίζεται διαρκώς, είναι αυτό που δεν έχει τελείως οριστικοποιηθεί και εμπεδωθεί, που δεν έχει ακόμα περάσει στο χώρο του «αυθόρμητου» και του «αυτονόητου».
Τα αγάλματα λοιπόν που συναντά κανείς στο δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης στη συντριπτική τους πλειοψηφία συντηρούν και τιμούν μία μνήμη μιλιταριστική, πολεμικής κατάκτησης. Πολλά απεικονίζουν επιδεικτικά διάφορους μαχαιροβγάλτες –συνήθως καπετάνιους του λεγόμενου «Μακεδονικού Αγώνα» των αρχών του 20ού αιώνα, οι οποίοι ωστόσο, παρά τη σχεδόν μονοπωλιακή προβολή τους, παραμένουν άγνωστοι και μάλλον αδιάφοροι για τους περισσότερους κατοίκους. Πέρα από αυτούς, το μενού διαθέτει φυσικά Αλέξανδρο (έφιππο), Φίλιππο (πεζό), Παύλο Μελά, Εμμανουήλ Παπά, και Κολοκοτρώνη.


Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, πάντως, εδώ και λίγο καιρό στο άγαλμα του τελευταίου έχει εναποτεθεί υλικά το ίχνος από μια πρακτική υπονόμευσηςαυτής της καταθλιπτικά ανδροκρατικής ατμόσφαιρας: κάποιοι/-ες ανώνυμες γκραφιτάδες σχεδίασαν πάνω στη φουστανέλα του αγάλματος το σύμβολο της queer προσέγγισης της σεξουαλικότητας, δύο «ασπίδες του Άρη» κολλημένες δίπλα δίπλα. Το γκραφίτι επιβιώνει μέχρι τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές· κανείς δεν επιχείρησε να το σβήσει, είτε λόγω αδιαφορίας είτε λόγω άγνοιας της σημασίας του. Χρειάστηκε λοιπόν να περιμένουμε μέχρι το 99ο έτος του «απελευθερωμένου» βίου της Θεσσαλονίκης/ Σαλόνικα/ Σελανίκ/ Σολούν, για να λάβει χώρα μία έμπρακτη αμφισβήτηση της ετερο/ελληνοκανονιστικότητας και μια αναδιεκδίκηση του δημόσιου χώρου όπως αυτή[4].


Και, φυσικά, όπως γίνεται προφανές, τα αγάλματα στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι απεικονιστικά, αν όχι νατουραλιστικά: αναπαριστούν υπαρκτά πρόσωπα, ένοπλους ήρωες μαχών και θριάμβων «όπως ήταν στην πραγματικότητα», ή έστω λίγο εξιδανικευμένους. Είτε, πιο πρόσφατα –έσχατη παραχώρηση-, νοητικές αφαιρέσεις/ συμπυκνώσεις υπαρκτών κατηγοριών προσώπων, όπως ιδίως ο bigger than lifesize «Κρητικός Μακεδονομάχος» που ατενίζει απειλητικά τους διαβάτες της Διαγωνίου, ή η καρτερική και αγόγγυστη «Γυναίκα της Πίνδου» που επιτελεί την υποταγή και τη σιωπηλή συμβολή της στους αγώνες του έθνους, και στην έμφυλη κατανομή των ρόλων, ακριβώς απέναντί του, υπό την έγγραφη –χαραγμένη στη βάση του αγάλματος- συνοδεία του έντεχνου ελαφρολαϊκού κιτς της δεκαετίας του 70. Αυτή είναι μάλλον και η μόνη γυναίκα –ή σύμβολο γυναίκας- που έχει απαθανατιστεί από τη μνημειακή αρχιτεκτονική της «απελευθερωμένης» Θεσσαλονίκης.


Εξίσου δυσεύρετη είναι η παρουσία οποιουδήποτε καλλιτέχνη ή διανοητή. Φυσικά υπάρχει ένα –εξαιρετικά κακόγουστο και πάντοτε αυστηρά αναπαραστατικό- άγαλμα του Αριστοτέλη στην ομώνυμη πλατεία, το οποίο όμως τοποθετήθηκε τη δεκαετία του 90 για πολύ διαφανείς χρησιμοθηρικούς σκοπούς: όχι βεβαίως επειδή οι ελληνοορθόδοξοι Μουτζαχεντίν που παριστάνουν την «πνευματική ελίτ της πόλης» καταλήφθηκαν από ξαφνικό θαυμασμό και ενδιαφέρον για τα Ηθικά Νικομάχεια και την Αθηναίων Πολιτεία, αλλά επειδή έτσι φαντάζονταν ότι θα δώσουν την «αποστομωτική απάντηση στους ιερόσυλους Σκοπιανούς»[5].


Εκτός από την τοποθέτηση νέων μνημείων, η αστυνόμευση της μνήμης συντελείται και με την ηθελημένη ή εξ αμελείας/ εξ αδιαφορίας καταστροφή όλων των κτισμάτων που δεν μπορούσαν να ενταχθούν στον κανόνα της αδιάλειπτης παρουσίας του ελληνισμού –ή έστω του ρωμαϊσμού. Ή που, ακόμα χειρότερα, διέψευδαν εμπράκτως την αφήγηση αυτή. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους δεκάδες μιναρέδες που δεσπόζουν στο skyline της πόλης σε όλες τις πρώτες φωτογραφίες της μέχρι και τη δεκαετία του 1910. Στο μόνο κτίσμα που μια τέτοια εθνοκάθαρση της μνήμης δεν ήταν δυνατό να γίνει υλικά, τον Λευκό Πύργο, έγινε συμβολικά, διά της πρόσδοσης νέου νοήματος –ή συσκότισης του νοήματος: στην είσοδό του τοποθετήθηκε «επεξηγηματικός» πίνακας ο οποίος πληροφορεί τους ενδιαφερομένους ότι πρόκειται για «μεταβυζαντινό» μνημείο –για να μην τύχει και τεθεί στη δημόσια κυκλοφορία η ανυπόφορη λέξη «οθωμανικό» και την μολύνει.


Αν στρέψουμε λοιπόν το βλέμμα, και το αυτί, από τις ρητές διακηρύξεις και αποσιωπήσεις που επαναλαμβάνουν εμμονοληπτικά τη διαβεβαίωση περί αδιάλειπτης ελληνικότητας, προς την έμπρακτη αφήγηση που συνιστούν οι παραπάνω επιλογές, θα δούμε να αποτυπώνεται σε αυτή μια εικόνα αμφιβολίας· η οποία δεν απομακρύνεται, αντιθέτως υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο από την ασφυκτική υπαγωγή αρχόντων και αρχομένων σε μια διαρκή «κυβερνολογική», σε έναν αυτοέλεγχο της συμμόρφωσης προς την ελληνοκανονιστικότητα. Αυτή η ανάγκη των κατοίκων να δίνουν συνεχώς εξετάσεις στον εαυτό τους και ο ένας στον άλλο, δεν νομίζω ότι αξίζει και πολύ το χαρακτηρισμό «απελευθέρωση». Μάλλον σαν υποδούλωση μοιάζει.

----

[1] http://ta-anilia.blogspot.com/2011/07/2012.html . Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι στην επίσημη ιστοσελίδα του δήμου Θεσσαλονίκης για τον εορτασμό (www.thessaloniki2012.gr), η λέξη «απελευθέρωση» δεν χρησιμοποιείται ούτε μία φορά. Παρά ταύτα, όλες οι αναφορές στον τύπο με αυτήν ακριβώς τη λέξη αναφέρονται στις μελλοντικές εκδηλώσεις.
[2] «Κατά την πρώτη συστηματική απογραφή του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης που έγινε από τις ελληνικές αρχές στις 28 Απριλίου 1913, η (…) ελληνική κοινότητα βρισκόταν στην τρίτη θέση του συνόλου των 157889 κατοίκων, με 39965 άτομα (25,3%) έναντι 61439 Ισραηλιτών (38,9%), 45867 μουσουλμάνων(29%), 6263 Βουλγάρων(3,9%) και 4364 (2,7%) άλλων εθνικοτήτων» (http://users.auth.gr/~marrep/LESSONS/ERGASTIRI/TOPIKH_ISTORIA/site1999/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.htm )
[3]Bλ. σχετικά: “Εμείς οι έποικοι”, https://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/02/28/%ce%b5%ce%bc%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%ad%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%b9/
[4] Και όπως δύο ακόμα γεγονότα, διαφορετικής τάξεως το καθένα, που όμως επίσης άνοιξαν με τον τρόπο τους κάποιες γραμμές φυγής από την καταθλιπτική κυριαρχία της ιδεολογίας της Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών: η ήττα του ρατσιστή ορθόδοξου μητροπολίτη στις δημοτικές εκλογές, και η ματαίωση της παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου. Ως ένα τρίτο θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την καταδίκη του Παναγιώτη Ψωμιάδη για οικονομικές ατασθαλίες και την έκπτωσή του από την περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (βλ. “Είναι πούστης ο Ψωμιάδης;”,https://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/06/06/%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%cf%80%ce%bf%cf%8d%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bf-%cf%88%cf%89%ce%bc%ce%b9%ce%ac%ce%b4%ce%b7%cf%82/).
[5] Το ίδιο ισχύει φυσικά για την προτομή του «εθνικού αρχαιολόγου» Μανόλη Ανδρόνικου, ο οποίος ανακάλυψε τον υποτιθέμενο «τάφο του Φιλίππου».
http://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/11/28/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B5-%CF%84%CE%BF-1912/

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΚΙΛΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ

Του Νάσου ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ

Στο σημερινό άρθρο θα εξετάσουμε εγκλήματα που διέπραξαν οι έλληνες, είτε ως στρατός κατοχής στη Μικρά Ασία είτε ως πειρατές (πράγμα άγνωστο), στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή του Αιγαίου , την οποία σήμερα το εθνικιστικό κατεστημένο της Ελλάδας αγωνίζεται να τη μετατρέψει σε ελληνική λίμνη, ενάντια σε κάθε πνεύμα δικαιοσύνης και ισότητας...


Αρχικά θα εξετάσουμε δύο μαρτυρίες παρμένες από τους τόμους με γενικό τίτλο «Έξοδος» που κυκλοφόρησαν από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Οι αφηγήσεις αναφέρουν θύματα από την πλευρά των Τούρκων αμάχων στη Μικρασία, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστό. Κάθε έγκλημα είναι αποτρόπαιο και πρέπει να έρχεται στο φως. Το να αποσιωπούμε ό,τι δεν μας συμφέρει είναι ντροπή. Η αποσιώπηση εγκλημάτων που διέπραξε ο ελληνικός στρατός και ο υπερτονισμός των εγκλημάτων των Τούρκων καλλιεργεί το εθνικό μίσος και διαστρεβλώνει την ιστορική πραγματικότητα.

1) Βρεττός Μενεξόπουλος, πρόσφυγας από το χωριό Χηλή (περιφέρεια Κωνσταντινούπολης) : Εκεί στη Χηλή που ήμασταν, είδαμε τους Έλληνες. Τέλος του ’19 θαρρώ ήταν. Την πρώτη φορά ήρθαν δύο τρεις μέρες για να καθαρίσουν τον τόπο από ατάκτους και ν’ ακολουθήσουν οι Εγγλέζοι. Στις ελληνικές δυνάμεις που ήταν στο Τσιμπουκλί διοικητής ήταν ο Βλαχόπουλος και στη Νικομήδεια ο Γαργαλίδης. Εκείνοι που ξεκίνησαν κι έρχονταν από το Τσιμπουκλί ξεγελούσαν τον επικεφαλής Εγγλέζο και στο δρόμο καίγαν τα τουρκοχώρια. Βάζαν δικούς μας να πυροβολούν από την κατεύθυνση των χωριών και με αυτήν την πρόφαση πηγαίναν και τα καίγαν και τα λεηλατούσαν. Κατέβαζαν τα ζώα στο Σκούταρι και τα πουλούσαν 2 δεκάρες. [...] Όσοι ήρθαν από τη Νικομήδεια πήγαν και ξεγύμνωσαν μερικούς πλούσιους Τούρκους, δε μίλησε κανένας από το φόβο τους. Και τη μέρα που φεύγαν στο δρόμο τους πάνω ήταν ένα τζαμί κι οι στρατιώτες πυροβολούσαν πάνω του χωρίς να λένε τίποτα οι αξιωματικοί. [...] Στη Χηλή έμεινε τότε ένας υπαξιωματικός Κατσαρός με καμιά δεκαριά Έλληνες στρατιώτες, λιποτάκτες του στρατού. Μάζεψαν και μερικούς Χηλήτες και φύλαγαν τάχα τη Χηλή, αλλά ο σκοπός τους ήταν να κλέβουν. Πήγαιναν στα χωριά, τάχα πως γύρευαν τουφέκια, πιάναν κανέναν πλούσιο Τούρκο, τον κρεμούσαν ανάποδα και άναβαν χόρτα από κάτω για να μαρτυρήσει πού έχουν όπλα κι ύστερα πήγαινε ένας Χηλήτης και του ‘λεγε “Δώσε εκατό λίρες να σε σώσουμε”. [...] τον πιάσαν οι Τούρκοι και τονε φέρανε πίσω – φυσικά τότε είχαν πλακώσει οι κεμαλικοί στη Χηλή – και τονε κόβανε λίγο λίγο.
2) Ας ρίξουμε μια ματιά και την μαρτυρία της Ελένης Καραντώνη, προσφύγισσας από το Μπουνάρμπασι: «…Άρχισε το κακό από Έλληνες και Τούρκους. Οι δικοί μας έβαζαν τις τουρκάλες στα τζαμιά και τις καίγανε. Τα είδαν οι Τούρκοι. Άρχισαν κι αυτοί να σφάζουν και να καίνε….».Επίσης, κάτι που δεν γνωρίζει η ελληνική κοινωνία σχετικά με την ιστορία του Αιγαίου πελάγους είναι ότι εκτός από τους Άραβες και Φράγκους πειρατές, τις ελληνικές θάλασσες λυμαίνονταν και Έλληνες πειρατές, ιδιαίτερα κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου που είχαν μαθητεύσει στους Φράγκους. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι η Ίος ονομαζόταν από τους Τούρκους και “Μικρή Μάλτα” εξαιτίας της πειρατικής δραστηριότητος των κατοίκων της. Πειρατική δραστηριότητα άσκησαν και οι Τήνιοι, τουλάχιστον ως το 1715, δηλαδή την εποχή που υποταχθήκαν στους Τούρκους. Τη φρουρά την αποτελούσαν ντόπιοι (αν εξαιρέσει κανείς 10-12 ξένους στρατιώτες), οργανωμένοι στρατιωτικά σε 5 λόχους από 250-350 άνδρες. [...]
Από τους νησιώτες πειρατές ιδιαίτερη φήμη απέκτησε ο διαβόητος Μήλιος πειρατής Ιωάννης Κάψης, ο οποίος χάρη στην υποστήριξη των συμπατριωτών του κατόρθωσε να αναδειχθεί σε πραγματικό ηγεμόνα του νησιού (1677-1680).

Μια ιδιότυπη μορφή πειρατείας αναπτύχθηκε στη Μάνη. Η διάδοση του φαινομένου σε αυτήν την περιοχή ευνοήθηκε από το γεωφυσικό περιβάλλον: ψηλά βουνά απομονώνουν την περιοχή από το εσωτερικό και δημιουργούν απόκρημνες ακτές ευνοϊκές για τη δημιουργία πειρατικών ορμητηρίων. Γι’ αυτό οι Μανιάτες πειρατές σπάνια απομακρύνονταν από τα κρησφύγετά τους. Οι δυσχέρειες ναυσιπλοΐας στα άγρια και άξενα παράλια της χερσονήσου και οι τρικυμίες οδηγούσαν πολυάριθμα θύμα-τα κατευθείαν στα χέρια των Μανιατών. Χαρακτηριστικές είναι οι παρατηρήσεις του Γάλλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, κόμητος Choiseul Gouffier:

“Ανάμεσα στο ελληνικό έθνος υπάρχει μια φυλή χωρίς κτηματική περιουσία, κάπου δύο χιλιάδες ψυχές, που ζει από τη ληστεία. Λεηλατούν τους θαλασσινούς με τις πειρατικές επιδρομές τους. Άλλοτε χρησιμοποιούν καράβια και άλλοτε ενεδρεύουν πίσω από τους βράχους των ακτών της Μάνης πότε η τρικυμία θα παρασύρει ως τους κρυψώνες τους κανένα καράβι προσφέροντας εύκολη και σίγουρη λεία”.
Για τη δράση των Μανιατών γράφει και ο Γάλλος Guillet de la Guilletiere (1675): “Η κυριότερη απασχόληση των Μανιατών είναι η πειρατεία και το μεγαλύτερο εμπόριό τους οι αιχμάλωτοι. Το Οίτυλο ονομαζόταν μεγάλο Αλγέρι. Αιχμαλωτίζουν και πουλάνε τους χριστιανούς στους Τούρκους και τους Τούρκους στους Χριστιανούς”. (σελ. 82, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ι ).
Τέλος, ήθελα να προσθέσω ότι έχουμε πιστέψει ότι οι Μικρασιάτες ήταν απόγονοι “των Ιώνων που εγκαταστάθηκαν στην Μικρασία 30 αιώνες πριν”. Οι περισσότεροι Νεοέλληνες αναμασούμε αυτήν την εσφαλμένη πεποίθηση για λόγους που δεν μπορώ να καταλάβω. Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους κάνει σαφές ότι το ελληνικό στοιχείο της Μικρασίας κόντεψε να εξαφανιστεί και ότι αναζωογονήθηκε από μεταναστεύσεις ελληνόφωνων ορθοδόξων πληθυσμών από τα νησιά του Αιγαίου και την ηπειρωτική Ελλάδα. Είναι γνωστό ότι υπήρξε έντονο ρεύμα αποδημιών από την Ελλάδα – ηπειρωτική και νησιωτική – προς τις ακτές της Ιωνίας τον 17ο και 18ο αιώνα.
Οι έλληνες αυτοί έποικοι προέρχονταν κατά κανόνα από περιοχές στις οποίες είχαν διαδραματιστεί πολεμικά γεγονότα και αναζητούσαν ένα τόπο ειρήνης για να μπορέσουν να ζήσουν, ή ταξίδευαν για εμπορικές υποθέσεις και έβρισκαν στους καινούργιους τόπους που γνώριζαν ευκαιρίες για καλύτερη σταδιοδρομία. Δεν ήταν άλλωστε λίγοι ανάμεσα στους εποίκους αυτούς και οι φτωχοί αλλά ριψοκίνδυνοι κάτοικοι αγόνων μικρών νησιών που γι αυτούς η φυγή ήταν ζήτημα επβίωσης. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό των εποίκων αυτών κατευθυνόταν προς τη Σμύρνη και την περιοχή της όπου ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει το ελληνικό στοιχείο και από εκεί απλωνόταν σε πόλεις και χωριά, στα οποία υπήρχε η δυνατότητα να εργασθούν σαν αγρότες ή τεχνίτες.
Συγκεκριμένα, στις Κυδωνίες που ήταν ένα μικρασιατικό ψαροχώρι κατοικημένο από Μυτιληνιούς στις αρχές του 17ου αι. και που ακόμη ως το 1740 εξακολουθούσε να είναι ασήμαντη πολίχνη, παρατηρήθηκε εγκατάσταση εποίκων από την Ελλάδα. Από το μακρινό Χόρμοβο της Ηπείρου φθάνουν εκεί κάτοικοι το 1759 . Η Πέργαμος που το 1675 κατοικείται από 3000 περίπου Τούρκους και 100 μόνο Έλληνες παρουσιάζει σε διάστημα ενός αιώνος αύξηση του Ελληνικού στοιχείου. Εκτός από τις πόλεις αυτές βορειότερα στις ακτές τις Προποντίδας η Κίος και η Κύζικος αποκτούν σημασία για τον Ελληνισμό . Το Κερμίρ, που ως τα μέσα του 18ου αι. ήταν ολιγάνθρωπο χωριό Αρμενίων, κατοικήθηκε από Έλληνες που σε διάστημα λίγων ετών έφτασαν τις 3000 ψυχές ενώ ανάλογη αύξηση των Ελλήνων σημειώνεται και σε άλλα χωριά. ( «Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ, σελίδα 228» ).
Με το ζήτημα της εξαφάνισης ή της δημιουργίας νέων οικισμών είναι συνυφασμένη η μετακίνηση ανθρώπων σε κοντινές ή μακρινές από τον τόπο της κατοικίας τους περιοχές. Οι διαστάσεις του φαινομένου είναι δύσκολο να προσδιοριστούν σε όλην τους την έκταση από τις διάσπαρτες, μη συστηματικές μαρτυρίες που σημειώνουν εδώ κι εκεί την παρουσία μεταναστών, κυρίως σε περιοχές της Μικρασίας ή την Κωνσταντινούπολη. Ελλείψει άλλων πηγών τα οικογενειακά ονόματα συνιστούν ένα δείκτη της ακτίνας διακίνησης των πληθυσμών που δεν προσφέρει όμως σαφή προσδιορισμό του χρόνου κατά τον οποίο συνέβη η μετακίνηση.
Η μόνιμη, η πρόσκαιρη και η περιοδική αποδημία ενός μέρους του πληθυσμού υπήρξε μία πραγματικότητα η οποία συνυπήρξε με την ακινησία από την άλλη πλευρά του αγροτικού χώρου. Καθώς η πόλη στο οθωμανικό περιβάλλον δεν μπορούσε να λειτουργήσει όπως συνέβη στην Δυτική Ευρώπη ως χώρος αποδοχής του εργατικού δυναμικού, όποιο πληθυσμιακό περίσσευμα παρουσιάζεται, κυρίως στα μέσα του 18ου αι. στον ορεινό και στο νησιωτικό χώρο, ακολούθησε άλλες επιλογές.
Δημοφιλέστερες ανάμεσα σε αυτές αποδείχτηκαν η επέκταση των καλλιεργειών σε πεδινές περιοχές που παρέμεναν σε χαμηλό επίπεδο εκμετάλλευσης, η μετανάστευση στα λίγα μεγάλα διοικητικά και εμπορικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κων/πολη, Σμύρνη), στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στην Ιταλία, στην Κεντρική Ευρώπη και στη Ρωσία. ( «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμος α, σελ. 84).
Το συμπέρασμα είναι ότι τελικά η εθνική ανάγνωση της ιστορίας χωλαίνει. Η ιδέα της ύπαρξης ενός έθνους το οποίο υφίσταται ως αναλλοίωτη και διαχρονική κατηγορία στη συνείδηση των ανθρώπων διαψεύδεται συνεχώς από την ίδια την ιστορία. Αν είχαν στο μυαλό τους το έθνος οι Μανιάτες πειρατές δεν θα πουλούσαν ομοεθνείς τους σε Τούρκους. Αυτοί που μας παραμυθιάζουν ότι η εθνική ταυτότητα του νεοέλληνα είχε διαμορφωθεί από την πρώτη Άλωση της Πόλης και δώθε πρέπει μάλλον να αναθεωρήσουν την ιστορική τους ανάγνωση. Το “εθνικώς” και το “σκεπτόμενος” όταν μπαίνουν μαζί είναι οξύμωρον. Μόνο όταν το αλάτι γλυκάνει θα γίνουν σκεπτόμενοι οι εθνικώς αγόμενοι και φερόμενοι !!



http://www.trakyaninsesi.com/index.php?option=com_content&view=article&id=298%3A2011-11-05-13-45-12&catid=1%3Ason-haberler&Itemid=50&fb_source=message