Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟ, ΤΑ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΧΩΡΙΣ ΓΥΡΙΣΜΟ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ ΔΙΠΛΟ ΕΜΠΡΗΣΜΟ ΤΗΣ ΣΥΝΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ)

Του Φίλιππα Κυρίτση 

Είναι γνωστό ότι σχεδόν όλοι οι Έλληνες μισούσαν και μισούν τους Εβραίους, λόγω της διαφορετικής θρησκείας και του αξιοθαύμαστου πολιτισμού τους και γι’ αυτό έκαναν πάντα ό, τι μπορούσαν, για να τους εξοντώσουν. Στο παρελθόν επικαλούνταν την διαχρονική ευθύνη ενός πολιτισμού σαν τον εβραϊκό για την μυθική συμβολή των Εβραίων στην εκτέλεση του μυθικού θρησκευτικού τους ήρωα, του γνωστού Χριστού, η εικόνα του οποίου φιγουράρει σε κάθε κρατικό ίδρυμα, ούτως ώστε να θυμίζει σε όσους τολμήσουν να αμφισβητήσουν την απόλυτη εξουσία της ορθόδοξης εκκλησίας στην Ελλάδα, ότι η ορθοδοξία στηρίζεται από ένα ολόκληρο κράτος (και όπως γίνεται κάθε μέρα γνωστό, και από ένα αδίστακτο φασιστικό παρακράτος). Σήμερα οι Έλληνες επικαλούνται τον αμυντικό πόλεμο του κράτους του Ισραήλ προς τις ένοπλες παλαιστινιακές οργανώσεις, οι οποίες από την ίδρυσή του επιχειρούν να το σβήσουν από το χάρτη και να πετάξουν τους Ισραηλινούς στην θάλασσα, μια «τελική λύση» πιο φτηνή και λιγότερο κακόφημη από τους θαλάμους αερίων, όπου οι Ευρωπαίοι οδήγησαν τους Εβραίους κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Είναι επίσης γνωστό ότι ξεκινώντας από την ίδρυση του ελληνικού κράτος, με διαδοχικές γενοκτονίες, εμπρησμούς και πογκρόμ, με αποκορύφωμα την παράδοση των Εβραίων στους Γερμανούς Ες-Ες, οι Έλληνες κατάφεραν να εξοντώσουν σχεδόν όλους τους Εβραίους, οι οποίοι κατοικούσαν για χιλιάδες χρόνια στον ελλαδικό χώρο, πολύ πριν αυτός ο χώρος κατοικηθεί από τους σύγχρονους Σλάβους, Αρβανίτες (Αλβανούς), Βλάχους, Μακεδόνες και Τούρκους κατοίκους του. Μέχρι και Συναγωγή έχει βρεθεί στο ακατοίκητο σήμερα, αλλά με μεγάλο αρχαιολογικό πλούτο, νησί Δήλο. Και μάλιστα στην Ελλάδα η εξόντωση των Εβραίων υπήρξε πιο ολοκληρωτική και από αυτήν που έγινε στην ναζιστική Γερμανία.

Είναι επίσης γνωστό ότι σε όλη την Δυτική Ευρώπη έχουν γίνει δικαστήρια σε βάρος εγκληματιών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίοι ενεχόντουσαν στην εξόντωση των Εβραίων, ενώ στην Ελλάδα κάτι τέτοιο απ’ όσο ξέρω δεν έγινε, και επίσης η ναζιστική προπαγάνδα υπέρ του Ολοκαυτώματος και κατά των Εβραίων στην Ευρώπη διώκεται με νόμο, ενώ αντίθετα στην Ελλάδα διώκονται όσοι ζητούν την δίωξη της ναζιστικής προπαγάνδας, όπως κάνει η Αντιναζιστική Πρωτοβουλία και οι δικαζόμενοι στις 20 Ιανουαρίου αντιφασίστες που είχαν το θάρρος να αντιπαρατεθούν στις ναζιστικές συμμορίες που λυμαίνονται την περιοχή του Άγιου Παντελεήμονα Αχαρνών.

Είναι επίσης γνωστό ότι σήμερα στην Ελλάδα οι ναζιστές με τις πλάτες της αστυνομίας και των δικαστών επιδίδονται σε ένα πρωτόγνωρο για την μεταπολιτευτική πολιτική πραγματικότητα όργιο βίας και τρομοκρατίας κατά των Εβραίων, των προσφύγων, των μεταναστών και όσων από την αριστερά και τους αναρχικούς συμπαρίστανται στους τελευταίους. Ένα όργιο που εκδηλώνεται με πογκρόμ, άγριους ξυλοδαρμούς μέχρι και δολοφονίες μεταναστών, βόμβες και εμπρησμούς χώρων συνάντησης συλλογικοτήτων που συμπαρίστανται σε μετανάστες και αγωνίζονται ενάντια στον φασισμό, με καταστροφές σε εβραϊκά νεκροταφεία (τα ελάχιστα που απέμειναν) σε συναγωγές και σε τζαμιά, με αποκορύφωμα τον διπλό καταστροφικότατο εμπρησμό της ιστορικής Συναγωγής της παλιάς πόλης των Χανίων και των χιλιάδων ανεκτίμητης αξίας βιβλίων της.

Είναι τέλος επίσης γνωστή η σχέση του φασιστικού καρκινώματος με τους υποστηρικτές των Σέρβων εγκληματιών πολέμου και με το οργανωμένο έγκλημα των κάθε είδους νταβατζήδων, εμπόρων όπλων και απαγορευμένων ουσιών, σχέση που του εξασφαλίζει άφθονη και αφορολόγητη χρηματοδότηση.

Αυτό που επίσης θα έπρεπε να είναι γνωστό, αλλά το εμποδίζει να γίνει ο πατροπαράδοτος αντισημιτισμός, η θρησκευτική μισαλλοδοξία και ρατσισμός που κυριαρχούν ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα, είναι ότι όταν το φασιστικό καρκίνωμα κάνει μεταστάσεις σε όλον τον κοινωνικό οργανισμό, τις συνέπειες της επάρατης κοινωνικής αυτής νόσου τις υφίσταται όλος ο κοινωνικός οργανισμός και όχι μόνο τα μέρη που έχουν προσβληθεί.

Τα παραδείγματα της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Γερμανίας, όπως και της Ελλάδας, κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και για την Πορτογαλία, Ισπανία και Ελλάδα μέχρι την δεκαετία του ’70, καθώς και της Σερβίας της δεκαετίας του ’90, είναι αρκετά αποκαλυπτικά για το μέγεθος της ηθικής, πολιτιστικής και οικονομικής ζημιάς που μπορεί να υποστεί μια ολόκληρη χώρα, η οποία βουλιάζει μέσα στο τέλμα του φασισμού. Δείχνουν ξεκάθαρα ότι τον φασισμό τελικά δεν τον πλήρωσαν μόνο οι Εβραίοι, οι Τσιγγάνοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι αναρχικοί, οι κομμουνιστές ή οι μουσουλμάνοι της πρώην Γιουγκοσλαβίας αλλά ολόκληροι οι λαοί των χωρών αυτών, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον λαό της πρώην Γιουγκοσλαβίας που πλήρωσε τον Σερβικό φασισμό με 8 χρόνια πολέμου και βομβαρδισμό της ίδιας της πρωτεύουσας της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Και αν δεν περιμένω ούτε βομβαρδισμό της Αθήνας ούτε πόλεμο με την Τουρκία, όπως ελπίζουν οι φασίστες, είμαι σίγουρος ότι όσο μεγαλώνει και επεκτείνεται το φασιστικό καρκίνωμα, η Ελλάδα θα βουλιάζει όλο και περισσότερο σε μια πολιτική πραγματικότητα πολέμου όλων εναντίων όλων και σε μέρες που θα θυμίζουν την επτάχρονη στρατιωτική δικτατορία 1967-1974 σε όσους την ζήσανε ή απλά διαβάσανε γι’ αυτήν.

Σε μια κοινωνία που δρουν ανεξέλεγκτα οι φασιστικές συμμορίες και το οργανωμένο έγκλημα, όπως γινόταν στην κοινωνία της πρώην Γιουγκοσλαβίας μέχρι πρόσφατα, κανένας δεν θα είναι ούτε ασφαλής ούτε κερδισμένος, ούτε ακόμα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, όπως έδειξε η δολοφονία του πρωθυπουργού της Σερβίας Τζίτζιτς. Οι μόνοι που θα είναι κερδισμένοι θα είναι οι φασιστικές συμμορίες και το οργανωμένο έγκλημα (που σήμερα έχει αλώσει ένα σημαντικό μέρος του κρατικού μηχανισμού).

Θεωρώ ότι η απρόσκοπτη συνέχιση της φασιστικής ασυδοσίας που έφτασε στο σημείο να καταστρέφει ατιμώρητη ακόμα και τα τελευταία υπολείμματα του πολιτιστικού πλούτου που έχει αφήσει πίσω της η Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως η πολύτιμη βιβλιοθήκη της Συναγωγής των Χανίων, οδηγεί την ελληνική κοινωνία σε έναν δρόμο χωρίς γυρισμό, σε έναν δρόμο πολέμου, όπως αυτός τον οποίο επιζητεί η εφημερίδα «Στόχος» με πρόσφατο πρωτοσέλιδο άρθρο της.

Όσοι θεωρούμε ότι αυτή η χώρα αξίζει κάποια καλύτερη τύχη από την τύχη της Γιουγκοσλαβίας του Μιλόσεβιτς, δεν θα πάψουμε να καυτηριάζουμε τις μεταστάσεις του φασιστικού καρκινώματος, όπως ο πρόσφατος διπλός εμπρησμός της Συναγωγής των Χανίων, ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι «οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε», όπως έλεγε ο ποιητής επαινώντας αυτούς που συνεχίζουν να «φυλάνε Θερμοπύλες» εν γνώσει τους ότι στο τέλος θα χάσουν την μάχη. Δηλαδή, θα συνεχίσουμε να καυτηριάζουμε την φασιστική βαρβαρότητα, ακόμα κι αν βλέπουμε ότι στο τέλος θα κάνει την Ελλάδα Γιουγκοσλαβία του Μιλόσεβιτς.



16-1-2010


Αποσπάσματα Επιστολών

Του Δημήτρη Λιθοξόου

Διευκρινήσεις που ζητήθηκαν, δευτερολογίες σε αντιρρήσεις και διάφορα άλλα αποσπάσματα της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μου του τελευταίου χρόνου, με αναγνώστες του δημοσιευμένου έργου μου, αποσπάσματα που θεώρησα πως ξεφεύγουν μιας συζήτησης και μπορούν να θεωρηθούν γενικότερου ενδιαφέροντος, αποτελούν το σώμα του κειμένου που ακολουθεί.

14 Δεκεμβρίου 2009

Επέλεξα από νέος να μην ασχοληθώ επαγγελματικά με τα γράμματα. Αυτήν την επιλογή μου ωστόσο την πλήρωσα (έχοντας πια συμπληρώσει τα ένσημα στον ιδιωτικό τομέα για να συνταξιοδοτηθώ με τις διατάξεις των βαρέων) με χιλιάδες ώρες μελέτης που έχασα.

Το ερώτημα, που συχνά επανέρχεται, για το ποιοι τίτλοι σπουδών μου δίνουν το δικαίωμα να πολιτικολογώ (γιατί αυτό κάνω με το συγγραφικό έργο μου), είναι έξω από τη λογική μου. Δε ζητάς από το Καθεστώς που αγωνίζεσαι να ανατρέψεις, πιστοποιητικά γνώσεων και δεξιότητας. Εάν το πράττεις, είσαι μέρος ή θύμα του Καθεστώτος και μάλλον δεν το ξέρεις.

Για μένα παρεμφερές ζήτημα, που με απασχολούσε στα νιάτα μου, ήταν αν ένα πανεπιστήμιο μπορεί να γίνει Κόκκινο με πολιτικούς αγώνες ή Κόκκινο είναι μόνο το πανεπιστήμιο εκείνο που καίγεται.

Αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τζούνιορ είχε δίκιο το Δεκέμβρη του 2008, χαρακτηρίζοντας τους εξεγερμένους νέους εχθρούς «της Δημοκρατίας» (: του μεταπολιτευτικού δηλαδή Καθεστώτος), η μοναξιά μου είναι πλέον μικρότερη.

Η εμμονή μου στην ανακάλυψη της αλήθειας για ζητήματα που με απασχολούσαν και η συνειδητοποίηση του γεγονότος πως η κοπιαστική μελέτη αποτελεί το δρόμο για να οδηγηθούμε σε αυτήν, με έκανε ερευνητή. Η επιθυμία μου να κοινοποιήσω τις αλήθειες που ανακάλυπτα, παρά και ενάντια στη δυσαρέσκεια που προκαλούσε η συμπεριφορά μου αυτή σε καθεστωτικές δυνάμεις, με οδηγούσε ξανά στην πολιτική, όσο και αν προσπαθούσα να δραπετεύσω από αυτή. Κάθε φορά από την πόρτα έφευγα από τις πολιτικές οργανώσεις και πάντα από το παράθυρο επέστρεφα, μέσω των γραπτών μου, στην πολιτική, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω. Τελικά κατανόησα πως η θεωρητική και ερευνητική ενασχόληση με τα κοινωνικά ζητήματα, πρωταρχικά ανήκει στο χώρο της πολιτικής και δευτερευόντως στο χώρο της λεγόμενης επιστήμης (που στην ουσία υπηρετεί την πρώτη).

Για παράδειγμα δεν μπορεί να γράψεις για το 1821, σαν αποστασιοποιημένος ιστορικός. Όταν θα φτάσεις να περιγράψεις την τύχη του μουσουλμανικού πληθυσμού στο Μοριά, ή θα αποκρύψεις τα γεγονότα ή θα τα διαστρεβλώσεις, ή θα τα δικαιολογήσεις λέγοντας «στον πόλεμο συμβαίνουν αυτά» ή θα τα χαρακτηρίσεις ως γενοκτονία. Αν είσαι έλληνας υπήκοος (δεν γράφω Πολίτης γιατί δεν μπορούμε στις δοσμένες συνθήκες να λειτουργήσουμε ως τέτοιοι) και υποστηρίξεις μία από τις τρεις πρώτες εκδοχές μπορείς να γίνεις αποδεκτός σαν φιλίστωρ ερασιτέχνης ή σαν αξιοσέβαστος δημοσιογράφος ή σαν δημόσιος υπάλληλος που διαμορφώνει αντιλήψεις (ως δάσκαλος, φιλόλογος ή πανεπιστημιακός). Αν ισχυριστείς ότι το 1821 υπήρξε στην Ελλάδα γενοκτονία των μουσουλμάνων (Τούρκων και Αλβανών), η εκπαιδευμένη κοινότητα (στην περίπτωση μας η ιδεολογικοπολιτική κοινότητα του ελληνικού έθνους), με την υπόδειξη του Καθεστώτος, σε απομονώνει ως εχθρό, καθώς προσβάλεις μια βασική ψηφίδα της εθνικής της αφήγησης, βάλλεις δηλαδή κατά του ελληνικού εθνικού μύθου.

Παρ’ όλα αυτά πιστεύω πως αξίζει να αγωνίζεσαι κόντρα στο ρεύμα, όταν υπερασπίζεσαι την αλήθεια. Σταδιακά μερικά άτομα, ευαίσθητα, έξυπνα και μη καθολικά ενσωματωμένα, θα προβληματιστούν από τα αιρετικά λεγόμενα και θα ξεκινήσουν να ψάχνουν και να αντιστέκονται, με μια δικιά τους (πλην όμως αντικειμενικά) παράλληλη πορεία. Επειδή στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 γνώρισα την τιμωρία της απόλυτης μοναξιάς – και άντεξα – μπορώ να ισχυριστώ ότι τα πράγματα σήμερα είναι καλύτερα.

Με το ίντερνετ ζούμε την τρίτη επανάσταση στο χώρο του πνεύματος, μετά την ανακάλυψη της γραφής και της τυπογραφίας. Έτσι αποχαιρέτισα οριστικά τους εκδότες και τους βιβλιοπώλες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας των «Ελλήνων Χριστιανών», όλο το γαλανόλευκο κύκλωμα που κινείται γύρω από το βιβλίο και αποφάσισα να «εκδίδομαι» μόνος μου ηλεκτρονικά, απευθυνόμενος εκ των πραγμάτων κυρίως στις νεότερες γενεές. Ποτέ δεν παρεμβαίνω στο ίντερνετ, σε άλλες σελίδες πέρα από τη δική μου. Εννοώ επώνυμα, γιατί ανώνυμα είναι για μένα κάτι αδιανόητο, από τα νεανικά μου χρόνια (τότε που οι περισσότεροι αριστεροί κρύβονταν πίσω από ψευδώνυμα σε εφημερίδες και περιοδικά). Σε ιντερνετικές προκλήσεις ή επιθέσεις που δέχομαι, απαντώ αν αξίζει τον κόπο, σε κάποιο κείμενό μου, εκ των υστέρων. Έμμεσα και όποιος καταλάβει. Στην παρούσα φάση, στο διαδίκτυο κυριαρχούν οι αμόρφωτοι και οι ημιμαθείς. Ωστόσο στρατηγικά, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια.

Τα κείμενά μου έχουν γραφτεί με μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους. Παρά λοιπόν τις μεταγενέστερες διορθώσεις, σηματοδοτούν και την πορεία μου από μια αρχικά κριτική στάση προς κάποιες ακραίες πλευρές του εθνικισμού (εθνικής ιδεολογίας) στη σημερινή άεθνη περίοδο. Το πρόβλημα ενός καλόπιστου αναγνώστη, κατά την ανάγνωση του έργου μου, είναι ότι μερικές λέξεις που ορίζουν βασικές έννοιες, εκείνος τις ερμηνεύει με τον τρόπο που του έμαθε το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα, ενώ εγώ τις έχω ορίσει διαχρονικά διαφορετικά.

Είμαι άθεος, άεθνος, ευρωπαϊστής και μετα-αριστερός (με την έννοια ότι βγήκα από το χώρο της Αριστεράς και οραματίζομαι μια κοινωνία απαλλαγμένη από τα δεσμά της ιδεολογίας του κρατισμού, του μονοκομματισμού, του εθνικισμού και της μεταφυσικής). Το βασικό πολιτικό πρόβλημα για μένα είναι: αν η Ευρώπη θα προχωρήσει στο μέλλον ως κοινότητα εθνικών κρατών ή θα μετασχηματιστεί σε μία πολυπολιτισμική ανθρωποκεντρική Πολιτική Ενότητα. Επιλέγω το δεύτερο και ξέρω πως προϋπόθεση για μια πορεία σε αυτή την κατεύθυνση είναι η παρέμβαση στο χώρο της ιδεολογίας. Επιδιώκω πολιτικά την υπέρβαση των εθνών, διαλέγω στη χώρα που ζω να αναμετρηθώ με την κυρίαρχη ιδεολογία (την οποία εξ άλλου γνωρίζω καλά, καθώς με είχαν φτιάξει στο παρελθόν εθνικά Έλληνα). Αυτό βέβαια είναι το δύσκολο γιατί έχει μεγάλες συνέπειες, καθώς χαρακτηρίζεσαι εχθρός της κοινότητας. Το εύκολο και σύνηθες είναι λόγου χάρη να ζεις στην Τουρκία και να χτυπάς τον ελληνικό εθνικισμό ή να ζεις στην Ελλάδα και να βάλλεις κατά του τουρκικού Έθνους. Εγώ γράφω για όσα έκαναν οι Έλληνες κατά των Άλλων σε αυτό τον τόπο, στο όνομα των συμφερόντων του Έθνους και δεν λέγονται γιατί σοκάρουν.

Τα πάσης φύσεως μειονοτικά δικαιώματα που καταπατούνται από το πολιτικό Καθεστώς στην Ελλάδα, με απασχολούν διαχρονικά ως ακτιβιστή και για αυτό κρίνομαι.

Η βασική πολιτική διαφορά μου, που με ορίζει και ως άεθνο, είναι ότι από τη μια διαβάζω το παρελθόν της περιοχής με διαφορετικό τρόπο από τον κυρίαρχο (εθνικοί μύθοι) και από την άλλη εργάζομαι στρατηγικά για την αποδυνάμωση του εθνικισμού, έχοντας ως πολιτική πρόταση την οικοδόμηση μιας πολυπολιτισμικής ανθρωποκεντρικής ευρωπαϊκής Δημοκρατίας.

Η πρόταση μου για μια πολιτισμική ενιαία Ευρώπη, που θέτει στο κέντρο της πολιτικής της το φτωχό άνθρωπο και όχι το κέρδος, προκύπτει από το δικό μου βιωμένο κόσμο. Είναι μία πολιτική πρόταση που πιθανόν να μη πραγματοποιηθεί ποτέ. Δεν είναι ωστόσο μύθος. Αποσκοπεί στην υπέρβαση του εθνικού μοντέλου, και είναι ενδιάμεσος σταθμός προς μία μελλοντική οικουμενική πολιτεία. Το μέλλον θα δείξει, αν είναι ουτοπική, ανεδαφική και ανεφάρμοστη.

**

Οι μύθοι αποτελούν προϊόν της σκέψης. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο πως η ανθρώπινη σκέψη είναι καταδικασμένη να καταλήγει πάντα σε μύθους. Θα έλεγα μάλιστα πως η μάχη για την κατανόηση του κόσμου, είναι μια προσπάθεια του ανθρώπινου πνεύματος για την αποδέσμευση από τη μυθική θεώρηση των πραγμάτων. Είναι το δύσβατο πνευματικό μονοπάτι που, παρά τα αναπόφευκτα πισωγυρίσματα, οδηγεί από τη Θρησκεία στην Επιστήμη.

Η επιθυμία να ανήκεις σε ένα σύνολο, είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση. Τα κοινωνικά καθεστώτα εκμεταλλεύονται διαχρονικά το γεγονός αυτό και μέσω των ιδεολογικών μηχανισμών (θρησκεία, σχολείο, τύπος) επιδιώκουν να εντάξουν τα άτομα σε σύνολα αποδοχής μυθικών αφηγήσεων, τα οποία προσφέρουν νομιμοποίηση στους άρχοντες. Οι ιδέες (όσο ψευδείς και χαλκευμένες κι αν είναι) όταν μετατραπούν σε πεποίθηση των λαών, τότε αποκτούν μια δική τους, σχεδόν αυτόνομη, υλική δύναμη.

Τα έθνη είναι αυτοπροσδιοριζόμενες ιδεολογικοπολιτικές κοινότητες. Οι μύθοι είναι συστατικά στοιχεία των εθνικών κοινοτήτων. Τα άτομα-μέλη των εθνών συγκροτούν κοινότητα ακριβώς επειδή πιστεύουν στον ίδιο μύθο και πολιτικά σχεδιάζουν από κοινού το μέλλον τους.

Είναι κεντρικό ζήτημα για την κατανόηση του εθνικού φαινομένου η θεώρηση του έθνους ως πολιτικής – ιδεολογικής κοινότητας.

Η εθνική ιδεολογία είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής τάξης σε μία ιστορική περίοδο: εκείνης των συνόρων και του προστατευτισμού. Οι σύγχρονοι αριστεροί εχθροί της παγκοσμιοποίησης, δανείζονται μια αστική ιδεολογία, τον εθνικισμό, για να κτυπήσουν τη νέα ιδεολογία του μεταεθνικού παγκόσμιου κεφαλαίου. Για μια ακόμα φορά, η Αριστερά – δυστυχώς – είναι εκτός τόπου και χρόνου.

Το να δηλώνεις αντιαμερικάνος, σε μία χώρα όπου ο αντιαμερικανισμός είναι καθεστωτικός, είναι πολύ βολικό και διόλου επαναστατικό.

Για τους περισσότερους αριστερούς στην Ελλάδα, το πραγματικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού που οραματίζονται, είναι μία οικονομία και κοινωνία, ελεγχόμενη από την κρατική γραφειοκρατία, και σε τελευταία ανάλυση από την κομματική ιεραρχία.

Η κουκουέδικη θέση πως όποιος υπερασπίζεται τη δημιουργία μιας μεταεθνικής ενωμένης Ευρώπης είναι όργανο του ιμπεριαλισμού και πιθανόν πράκτορας, είναι προέκταση ενός τρόπου σκέψης που έβγαλε προδότη το Βαφιάδη, χαφιέ τον Πλουμπίδη, λακέ του κεφαλαίου τον Ντούπτσεκ, εχθρό της σοσιαλιστικού στρατοπέδου το Βαλέσα και πεφωτισμένο ηγέτη τον Μπρέζνιεφ. Η ολοκλήρωση της «πατριωτικής» στροφής που ξεκίνησε το ΚΚΕ στα χρόνια του ΕΛΑΣ, μετέτρεψε σταδιακά το κόμμα σε σοσιαλφασιστική ή καλύτερα σε εθνικο-σοσιαλιστική οργάνωση, που τα λόγια και τα έργα της παραπέμπουν ευθέως στην πολιτική της ναζιστικής φράξιας του Ερνστ Ρεμ και ρητορική της τη δεκαετία του ’30.

Ο στρατηγικός στόχος του Περισσού για την Ελλάδα, οδηγεί σε μια χώρα τύπου Αλβανίας του Ενβέρ Χότζα, όπου «οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων», όλοι τους πλέον δημόσιοι υπάλληλοι, θα αναγκάζονται να υμνούν την «προλεταριακή» δικτατορία και τη σοφή σκέψη της Παπαρήγα και της Κανέλη και να βρίζουν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό για την πείνα τους.

Και κάτι ακόμα για την ηθική διάσταση των «συντρόφων» του ΚΚΕ: Όχι μόνο δέχτηκαν να πουλήσουν τους μακεδόνες συντρόφους τους (το μισό Δημοκρατικό στρατό) αφήνοντας τους στην πολιτική προσφυγιά ως «μη έλληνες το γένος», για λόγους φιλοτομαρισμού (προκειμένου να γυρίσουν πίσω αυτοί), όχι μόνο αρνήθηκαν τις παλιές θέσεις τους για πολιτική ισονομία των μειονοτήτων, αλλά ξεπέρασαν σε εθνικισμό τους νικητές (τους) του εμφυλίου πολέμου, όταν τελευταία αρνήθηκαν ακόμα και την ίδια την εθνική ύπαρξη του μακεδονικού έθνους.

Οι χειρότερες και πλέον ευφάνταστες μεσαιωνικές ζωγραφιές της «κόλασης», μοιάζουν με παιδική χαρά μπροστά στα σχέδια του ΚΚΕ για το μέλλον της χώρας.

**

Η έννοια της εθνότητας είναι για μένα κενή περιεχομένου. Πριν τις εθνικές ιδεολογικο-πολιτικές κοινότητες υπήρχαν οι θρησκευτικο-πολιτισμικές κοινότητες. Πριν τους εθνικά Έλληνες υπήρχαν οι Ρομιοί (Ρωμιοί)

Ο ελληνικός εθνικισμός είναι η ιδεολογία των ελλήνων υπηκόων, έτσι όπως αυτοί διαμορφώθηκαν μέσω των μηχανισμών του εκπαιδευτικού συστήματος και της δημοσιογραφίας, έντυπης και ηλεκτρονικής (στα νεότερα χρόνια). Υπάρχουν τεράστια υλικά λαϊκά συμφέροντα για τη διατήρηση του υπάρχοντος εθνικού στάτους, σημαντικότερα των οποίων είναι, εκτός των πάσης φύσεως με το κράτος συνδεδεμένων εργολάβων, εκείνα των πολυπληθών προνομιούχων στρωμάτων της δημοσιοϋπαλληλικής γραφειοκρατίας.

Το μορφωτικό επίπεδο των περισσότερων κατοίκων αυτής της χώρας, είναι αυτό που τους πρόσφερε το ελληνικό σχολείο, δηλαδή ένας μηχανισμός επιβολής μιας ενοποιητικής εθνικής ιδεολογίας, που υπηρετεί διαχρονικά τα συμφέροντα ενός άθλιου κοινωνικοπολιτικού Καθεστώτος. Ελλείψει ριζοσπαστικής διανόησης (καθώς οι λόγιοι στην Ελλάδα είναι κρατικοδίαιτοι, άρα έχουν δουλείες) ένας ανήσυχος άνθρωπος, ένα άτομο που ψάχνει την αλήθεια, έχει να διαβεί σχεδόν μόνος του ένα πολύχρονο κοπιαστικό μονοπάτι έρευνας, ώστε να αρχίσει να καταλαβαίνει τι συμβαίνει σε αυτό τον τόπο.

Η νεοελληνική πνευματική ζωή, έτσι όπως διαχρονικά έχει διαμορφωθεί, οφείλεται στην ιδεολογική κρεατομηχανή του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, που καταστρέφει την κριτική σκέψη και καταπνίγει τον ριζοσπαστισμό των νέων. Το σκουπιδαριό των δημοσιογράφων συνεχίζει τη δια βίου αποχαύνωση του πληθυσμού (κυρίως με την τηλεόραση).

Δεν είναι μόνο η Ιστορία, αλλά πολλές επιστήμες, που αποτελούν στην Ελλάδα πανεπιστημιακούς κλάδους της κυρίαρχης πολιτικής ιδεολογίας: του ελληνικού εθνικισμού. Η γλωσσολογία, η λαογραφία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η φιλολογία, η γεωγραφία, τρέφουν κι αυτές τον εθνικό μύθο.

Το πρόβλημα της ελληνικής εθνικής αφήγησης είναι η διατήρηση του ιδεολογικού «αδιάσπαστου νήματος» που υποτίθεται πως συνδέει το σημερινό υπήκοο της Ελλάδας με την προ του Ομήρου εποχή.

Τα μειονοτικά ζητήματα, είναι ο αδύνατος κρίκος της κυρίαρχης εθνικής ελληνικής ιδεολογίας, γι αυτό και ο φιλομειονοτικός λόγος θεωρείται εχθρικός και «πρακτόρικος», πρωτίστως από το ελληνικό κράτος (όσους δηλαδή τρέφονται από τη φορολογία και αποκτούν ισχύ από τη δημόσια θέση τους) και δευτερευόντως από το οπαδικής συμπεριφοράς Έθνος (τον εθνικά «σκεπτόμενο» λαό).

**

Τα μακεδονικά πράγματα τα γνωρίζω όχι μόνο από τα βιβλία, αλλά και μέσω των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν την τελευταία περίοδο σε αυτά, καθώς έζησα και αγωνίστηκα μαζί με τη μακεδονική μειονότητα (αυτής που έχει απομείνει όρθια), για πολλά χρόνια, παραμένουν δε οι περισσότεροι φίλοι μου, πλην λίγων «απογόνων των Μεγαλέξαντρου» που δεν θέλουν ανάμεσά τους «Έλληνες» και μάλιστα άεθνους μετα«αριστερούς» σαν και μένα.

Το Ουράνιο τόξο είναι μία οργάνωση ελλήνων υπηκόων που συλλογικά αυτοπροσδιορίζονται ως εθνικά Μακεδόνες. Για πρώτη φορά πήρε μέρος στις ευρωεκλογές του 1994 και έλαβε περισσότερους από 7.000 ψήφους (παρά την εκτεταμένη νοθεία, σύμφωνα με κυπίτικα στοιχεία της εποχής, που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα ΣΤΟΧΟΣ). Συμμετείχα και τότε στο ψηφοδέλτιο της οργάνωσης, όπως επίσης το 2005 (6.200 ψήφοι) και τον περασμένο Ιούλιο (4.500) ψήφοι. Στις εργασίες της οργάνωσης συμμετείχα ως μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου, τα διαστήματα 1994-1997 και 2005-7/2009. Στο ενδιάμεσο είχα αποχωρήσει, μετά από σύγκρουση με την ομάδα Τήλιου-Πασόη (που διαγράφηκε). Μετά τις τελευταίες εκλογές παραιτήθηκα για λόγους οργανωτικούς και ζητήματα προσανατολισμού της δουλειάς. Πολιτικά συμφωνώ με τη φιλοευρωπαϊκή πολιτική της οργάνωσης και παραμένω φίλος με τα στελέχη της.

Πολλοί θεωρούν ότι η σταθερή θέση μου για το δίκαιο των γειτόνων μας, σχετικά με το όνομα Μακεδόνες και Μακεδονία, συμβάλει στη δημιουργία, μετεξέλιξη και αναπαραγωγή του σύγχρονου εθνικού μακεδονικού μύθου. Η υπόθεση όμως αυτή είναι εντελώς αβάσιμη, καθώς η αποδοχή και μόνο των σύγχρονων κανόνων δικαίου μεταξύ των χωρών και του δικαιώματος του συλλογικού αυτοκαθορισμού, οδηγεί στη δικαίωση των εθνικά Μακεδόνων, καθώς δεν υπάρχει άλλη ιδεολογικοπολιτική εθνική κοινότητα στον πλανήτη που να χρησιμοποιεί ή να διεκδικεί για τον εαυτό της το όνομα αυτό.

Προϋπόθεση για την υπέρβαση του εθνικού, είναι η ελεύθερη έκφρασή του. Το ελληνικό έθνος προς το παρόν «απαγορεύει» την ύπαρξη του μακεδονικού έθνους, που έτσι κι αλλιώς υπάρχει. Για μένα οι σύγχρονοι λαοί, ως ιδεολογικοπολιτικές εθνικές κοινότητες, έχουν «το δικαίωμα» να πιστεύουν στην ανοησία πως είναι απόγονοι και κληρονόμοι αρχαίων λαών.

Οι παλιοί γηγενείς ρωμιοί κάτοικοι της Μακεδονίας, που οι παππούδες τους ζούσαν στους νότιους μακεδονικούς καζάδες, θεωρούν εαυτούς εθνικά Έλληνες και γεωγραφικά εαυτούς Μακεδόνες. Οι κάτοικοι της γειτονικής χώρας (συν οι μακεδονικές μειονότητες σε Ελλάδα, Βουλγαρία, Αλβανία και οι μακεδόνες μετανάστες σε άλλες χώρες) θεωρούν εαυτούς όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και εθνικά Μακεδόνες (για την ακρίβεια Makedonci). Εθνικά Μακεδόνες και όχι εθνικά Έλληνες. Δεν παίρνουν δηλαδή το όνομα ενός άλλου έθνους. Δεν υπάρχουν άλλοι εθνικά Μακεδόνες πλην αυτών στον πλανήτη. Και αυτό μπορούν να το κάνουν, σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των χωρών παγκοσμίως. Η Ελλάδα ως χώρα έχει το άδικο με το μέρος της. Καθυστερεί την καθολική αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας λόγω της οικονομικής και πολιτικής δύναμής της.

Το ότι οι εθνικά Έλληνες κάτοικοι της Μακεδονίας (γηγενείς, πρόσφυγες ή πρώην παλαιοελλαδίτες) θεωρούν, λόγω της ελληνικής εθνικής ιστορίας (μύθου) που διδάχτηκαν, τον δικό τους τοπικό προσδιορισμό «Μακεδόνες», σημαντικότερο από τον συλλογικό εθνικό αυτοπροσδιορισμό «Μακεδόνες» των γειτόνων (που και αυτοί στηρίζουν την ονομασία τους σε δικές τους αλήθειες και μύθους), είναι ένα τετελεσμένο, το οποίο έχει αποκτήσει μια δική του δυναμική.

Πολλοί λίγοι στις δύο χώρες καταλαβαίνουν το ότι δεν μπορείς να μιλάς σοβαρά, όταν διεκδικείς να έχεις προγονική σχέση και κληρονομικά δικαιώματα με ένα λαό που έζησε στην περιοχή πριν εκατό γενεές.

Η αλήθεια είναι ότι το έθνος των Μακεδόνων δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και πήρε το όνομά του από τη χώρα που ζούσε (Μακεδονία) αυτός ο νοτιοσλαβικός (ως προς τις γλωσσικές διαλέκτους που μιλούσε) λαός. Η χώρα έδωσε το όνομα στην ιδεολογικοπολιτική κοινότητα του μακεδονικού έθνους. Ο πολιτισμός, η κουλτούρα, η γλώσσα των εθνικά Μακεδόνων εντάσσονται στο χώρο των Νότιων Σλάβων. Η μεταπολεμική ηγεσία της γειτονικής, τότε ομόσπονδης δημοκρατίας της Μακεδονίας, υποστήριζε το σλαβικό πολιτισμικό παρελθόν της πλειοψηφίας των κατοίκων της.

Η γοητεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα κατορθώματα των αρχαίων Μακεδόνων άρχισαν σταδιακά να παντρεύονται με το σλαβικό παρελθόν από μερικούς γείτονες λόγιους. Δεν ήταν ωστόσο αυτό ένα πλειοψηφικό ρεύμα. Μετά την πολιτική επίθεση της Ελλάδας κατά της Μακεδονίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο μακεδονικός εθνικισμός απάντησε στα «επιχειρήματα» του ελληνικού εθνικισμού με τα ίδια όπλα. Αποδεχόμενος την ελληνική θέση, «το δίκιο είναι με αυτόν που έχει τους αρχαιότερους προγόνους», θεώρησε αντανακλαστικά τους αρχαίους Μακεδόνες προγόνους του. Έγινε λοιπόν και αυτός εξίσου «αρχαίος». Οι εθνικές «ανάγκες» και κυρίως η πίεση των Ελλήνων, υποχρέωσε τους εθνικά Μακεδόνες να ψάξουν για ρίζες στην αρχαιότητα. Δεν έκαναν τίποτα περισσότερο απ’ ότι έγινε στο ελληνικό βασίλειο το 19ου αιώνα. Ο ελληνικός εθνικισμός ανταπάντησε κατηγορώντας το μακεδονικό εθνικισμό για πλιάτσικο στην ιστορία. Σα να φωνάζει ο ληστής, «πιάστε τον κλέφτη». Έτσι ένα άλυτο φιλολογικό ζήτημα, όπως αυτό της γλώσσας των αρχαίων μακεδόνων, εξελίχθηκε σε πολιτικό καυγά δυό εθνών. Αυτή ωστόσο η ιδεολογική σύγκρουση, από λογική άποψη, έχει την ίδια αξία όπως η διαμάχη ενός μουσουλμάνου και ενός χριστιανού, για το αν ο Χριστός ήταν προφήτης ή γιος του Θεού. Προφανώς για έναν άθεο, η διαμάχη στερείται ουσίας.

Κάθε σύγχρονος λαός έχει τα εθνικά παραμύθια του, που είναι (λίγο ή περισσότερο) διαφορετικά μεταξύ τους. Τα παραμύθια όμως, είναι απλώς παραμύθια. Ποτέ δε λένε την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει «σήμα κατατεθέν» στα παραμύθια. Για να στερήσεις σε ένα λαό το δικαίωμα να πιστεύει στα παραμύθια του, πρέπει να τον εξοντώσεις. Αν δεν μπορείς ή δε θέλεις να το πράξεις αυτό, συμβιβάζεσαι με το γεγονός.

Το μακεδονικό αποτελεί έναν από τους αδύνατους κρίκους της εθνικής αφήγησης, δηλαδή του ελληνικού εθνικού μύθου. Γι αυτό και η λυσσαλέα επίθεση του Καθεστώτος προς όποιον τολμήσει να διαβεί τη λεγόμενη «κόκκινη γραμμή».

Η διαδικασία ένταξης των ατόμων σε μία εθνική κοινότητα, αποτελεί ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα. Έχω αναφέρει χαρακτηριστικά το παράδειγμα μανάδων στη Μακεδονία που «γέννησαν» τρία αντιμαχόμενα έθνη, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις ο ένας αδελφός εντάχθηκε στους αυτονομιστές τσεντραλιστές, ο άλλος στους βουλγαρίζοντες βερχοφιστές και ο τρίτος έγινε γκρεκομάνος και μπήκε σε ελληνικό σώμα. Είναι θεμελιώδες για την κατανόηση του ζητήματος, να μη γίνεται σύγχυση μεταξύ πολιτισμικών και ιδεολογικοπολιτικά εθνικών στοιχείων.

Στην περίπτωση του ελληνικού εθνικισμού, οι αρχαίοι Μακεδόνες πρώτα ορίστηκαν ως «εχθρός», μέσα στα πλαίσια της ελληνικής εθνικής ιστορίας και στη συνέχεια, όταν οι πολιτικές ανάγκες επέβαλαν επεκτατική πολιτική και προς Βορρά (Μεγάλη Ιδέα), θεωρήθηκαν και αυτοί Έλληνες.

**

Σχετικά με τις σφαγές των πατριαρχικών κατά τη διάρκεια του (αντι)μακεδονικού αγώνα: Δεν τις αρνήθηκα ποτέ, υπάρχουν ωστόσο δημοσιευμένα τα ονόματα των θυμάτων σε πολλές ελληνικές πηγές. Αυτό που δεν υπήρχε (και το έγραψα εγώ) ήταν τα εγκλήματα των Ελλήνων. Το βιβλίο μου έχει τίτλο «ελληνικός» και όχι «βουλγαρικός» ή «σερβικός» αντιμακεδονικός αγώνας. Στο τέλος του βιβλίο μου υπάρχει συγκεντρωτικός πίνακας σφαγών κατά κατηγορία, σύμφωνα με το βρετανικό προξενείο Θεσσαλονίκης.

Πολλοί μετανάστες που πήγαν στις ΗΠΑ και είχαν ως μητρική γλώσσα αυτή που η παγκόσμια κοινότητα των γλωσσολόγων (πλην Ελλήνων και Βουλγάρων) χαρακτηρίζει ως μακεδονική (macedonian), είχαν ονόματα «αγίων» της ορθόδοξης εκκλησίας ή ιστορικών και μυθικών προσώπων της αρχαίας Ελλάδας. Αυτό είναι απόλυτα λογικό, αφού ο ιδεολογικός μηχανισμός ελεγχόταν για αιώνες μέσω των παπάδων και των δασκάλων από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η ονοματοδοσία αυτή δεν είχε, σε προεθνικές εποχές, εθνικά χαρακτηριστικά.

Από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος ενσωμάτωσε τις μακεδονικές επαρχίες, ο εξελληνισμός των ονομάτων (βαφτιστικών και οικογενειακών) υπήρξε καθολικός μέσω του ελέγχου του μηχανισμού της εκκλησίας και της τοπικής «αυτό»διοίκησης. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να συγκρίνει για παράδειγμα τα ονόματα και τα επώνυμα των κατοίκων στα μακεδονόφωνα χωριά της Καστοριάς, που δημοσίευσα, σύμφωνα με την έκθεση του Δημοκρατικού στρατού στον ΟΗΕ, σε αντιπαραβολή με εκείνα που υπάρχουν στα ανέκδοτα αρχεία του Ινστιτούτου Ιστορίας της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και στηρίζονται στις προφορικές μαρτυρίες αυτών των ίδιων των κατοίκων - φυγάδων πολιτικών προσφύγων.

Οι έλληνες μακεδονολόγοι της γενιάς μου, απέκρυβαν συστηματικά ή πλαστογραφούσαν τα στοιχεία για τη γλωσσική σύσταση του πληθυσμού της Μακεδονίας και τα εγκλήματα των ελλήνων «μακεδονομάχων». Τα σύγχρονα φαιοκόκκινα πνευματικά τέκνα τους, ο τυφλός φανατισμός των οποίων τους έχει στερήσει τη δυνατότητα του ορθού λόγου και το μίσος του φανατισμού έχει εξαφανίσει την ανθρωπιά τους, πανηγυρίζουν σήμερα «ανακαλύπτοντας» ότι αυτούς που εγώ χαρακτηρίζω Μακεδόνες, ο Καλαποθάκης και οι μισθοφόροι του τους χαρακτήριζαν Βούλγαρους. Με κατηγορούν δηλαδή γιατί δε «σκέφτομαι» όπως αυτοί. Αυτό ακριβώς κάνει ο ελληνικός εθνικισμός εδώ και έναν αιώνα. Παλιότερα σκότωνε τους τσεντραλιστές και τους νοφίτες. Στην εποχή μας τρομοκρατεί τους μακεδόνες ακτιβιστές. Και διαχρονικά εξοντώνει τους Μακεδόνες, βλαστημώντας τους «παλιοβούλγαρους».

**

Παρ’ ότι υπάρχει εισαγωγικό κείμενο στην ιστοσελίδα μου για τις μετονομασίες, οι εθνικά (μη) σκεπτόμενοι δεν καταλαβαίνουν, ότι στο γεωγραφικό χώρο που καλύπτει σήμερα η Ελλάδα, δεν υπήρξε άλλο κράτος πριν το ελληνικό, που να μετονόμασε τους οικισμούς. Οι οικισμοί άλλαζαν ονόματα, στο διάβα του χρόνου, από τους λαούς που πηγαινοέρχονταν στην περιοχή. Όσο για τα «πολλά λάθη» που υπάρχουν στο σχετικό κείμενο, υποθέτω πως οι σχολιάζοντες αναφέρονται στην καταγραφή κάποιων οικισμών, χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν ότι ακολουθώ τη γραφή τους σύμφωνα με τα ΦΕΚ της μετονομασίας.

Δεν έχω γράψει πουθενά ότι οι Αρβανίτες είχαν, έστω και για κάποιο διάστημα στο παρελθόν, αλβανική εθνική συνείδηση. Το ότι απέκτησαν όμως ελληνική εθνική συνείδηση, όπως εξ’ άλλου και οι Ρομιοί, είναι κάτι που συνέβη μετά το 1821. Για μένα το ελληνικό έθνος δημιουργείται στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Τα βαλκάνια πριν από τον 19ο αιώνα είναι προεθνικά. Επομένως όταν κάνω λόγο για Αρβανίτες, Βλάχους, Ρομιούς, Βούλγαρους, Μακεδόνες, Τούρκους, Γύφτους, Εβραίους, εννοώ πάντα πολιτισμικές κοινότητες.

Η έκταση της αρβανίτικης πολιτισμικής κοινότητας αποτυπώνεται στο χάρτη που έχω δημοσιεύσει. Στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, νομίζω πως τα λάθη που πιθανόν να υπάρχουν σε αυτό το χάρτη πρέπει να είναι ελάχιστα. Γενικά πιστεύω πως όταν μιλάμε για γλώσσες και πολιτισμούς του παρελθόντος ή του παρόντος, πρέπει τα χωριά αυτών των ανθρώπων να εμφανίζονται στο χάρτη. Έτσι τίθεται τέρμα στις γενικολογίες και αοριστολογίες των άσχετων και των ημιμαθών.

Οι Τσάμηδες, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζονται, είναι οι με τα όπλα διωγμένοι από τις ένοπλες κρατικές και παρακρατικές δυνάμεις μουσουλμάνοι Αλβανοί κάτοικοι της Ηπείρου, που είχαν εξαιρεθεί της υποχρεωτικής ανταλλαγής (μετά από παρέμβαση της Αλβανίας). Η εκδίωξή τους, όπως και το διώξιμο όλων των μουσουλμάνων (ακόμα και των Ρομιών) με εξαίρεση εκείνων της Θράκης, ο διωγμός των Μακεδόνων και η απαγόρευση του επαναπατρισμού τους, το κλείσιμο των ρουμάνικων σχολείων των Βλάχων, οι δεκάδες χιλιάδες στερήσεις ιθαγενειών (Τούρκων και Μακεδόνων), έχουν να κάνουν με την ολοκλήρωση του σχεδίου του εθνικού εξελληνισμού των βορείων επαρχιών της Ελλάδας, μιας περιοχής που κατέκτησε με τα όπλα το ελληνικό κράτος το 1912-1913 και οι χριστιανοί Ρομιοί κάτοικοί της, οι οποίοι θα μπορούσαν ευκολότερα να εξελληνιστούν εθνικά, αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία.

Τα όπλα και η διπλωματία πρόσφεραν νέα εδάφη, μεγαλύτερη αγορά, περισσότερους φόρους και εθνικά ξένους πληθυσμούς. Αυτό ήταν το μεγάλο πρόβλημα που ανέλαβαν να λύσουν οι ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί του ελληνικού κράτους. Τα περί «συνεργατών των καταχτητών», που υποστηρίζουν οι κρατικοδίαιτοι έλληνες διανοούμενοι, προσβάλουν τη λογική όταν αναφέρονται σε ένα ολόκληρο λαό (Τσάμηδες).

Οι γλωσσικές κοινότητες μέχρι την καθιέρωση της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης, που καθιέρωσαν τα εθνικά κράτη για λόγους ιδεολογικής ομογενοποίησης των υπηκόων τους, διατηρούσαν τη μητρική φωνή αγράμματα. Στα προεθνικά Βαλκάνια, η γλώσσα της εκκλησίας υπηρετεί την ανάγκη των παπάδων να διαβάζουν τα γραμμένα στην «ιερή» ελληνιστική κείμενα. Αυτή η γλώσσα μοιάζει, αλλά είναι επαγγελματική και διαφορετική των ρομέικων διαλέκτων της εποχής. Οι κατά τόπους ορθόδοξοι Ρομιοί ελάχιστα καταλάβαιναν από τη λειτουργία στην εκκλησία. Το πατριαρχείο ενδιαφερόταν για την αναπαραγωγή της γλώσσας της συντεχνίας των κληρικών και όχι για τον εκρομαϊσμό του ποιμνίου. Τα λίγα ρομέικα τα μάθαιναν οι «αλλόφωνοι» στο παζάρι, προκειμένου να επιζήσουν. Για τον ίδιο λόγο οι Ρομιοί μάθαιναν λίγα τούρκικα, βλάχικα, μακεδόνικα και βουλγάρικα.

Αυτές οι διγλωσσίες ή πολυγλωσσίες της εποχής ήταν ωστόσο μια καθαρά ανδρική υπόθεση, μια και οι γυναίκες που ζούσαν περιορισμένες στο σπίτι μιλούσαν και μάθαιναν στα παιδιά τους τη γλώσσα των προγόνων. Τα σύνορα των γλωσσικών κοινοτήτων για αιώνες ακουμπούν μεταξύ τους και δεν αναμιγνύονται. Τα περί διγλώσσων λοιπόν, αφορούν τις εθνικές προπαγανδιστικές ανάγκες και όχι το χώρο της αλήθειας. Για παράδειγμα τα μακεδονόφωνα (βόρεια) και τα ρωμιόφωνα (νότια) χωριά της περιοχής Καστοριάς βρίσκονταν έτσι για εκατοντάδες χρόνια.

Ελληνική είναι η γλώσσα (οι γλώσσες) που μιλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Ρομέικα ή ρωμαίικα (romaic) είναι η γλώσσα (πολλές διαφορετικές διάλεκτοι) των Ρομιών (Ρωμιών). Κοινή Νεοελληνική είναι η Καθαρεύουσα (με καταλήξεις πια της Δημοτικής), δηλαδή μια κατασκευασμένη από το ελληνικό κράτος γλώσσα, που αναγκαστικά μάθαμε και χρησιμοποιούμε, η δημιουργία της οποίας υπαγορεύτηκε από ιδεολογικούς εθνικούς λόγους. Πρόκειται για κρατική απόπειρα νεκρανάστασης γλώσσας, με όλα τα συνακόλουθα κωμικοτραγικά αποτελέσματα που επέφερε η ζωή, όπως για παράδειγμα ότι τα χιλιάδες σύγχρονα λόγια δάνεια (τις θεωρούμενες «ίδιες λέξεις»), οι αρχαίοι τις πρόφεραν διαφορετικά ή ότι τελικά μπήκαν στη γλώσσα χιλιάδες «χυδαίες» ή «μιξοβάρβαρες» ρομέικες λέξεις, παρά τις λυσσαλέες αντιστάσεις των κρατικοδίαιτων γλωσσαμυντόρων για 180 χρόνια. Έτσι η εθνική προσπάθεια για την ανάσταση της αρχαίας αττικής διαλέκτου κατέληξε στη δημιουργία μιας γλώσσας Φρανκεστάιν. Κάτι που απεύχονταν οι ρομιοί δημοτικιστές, αλλά εγκλωβισμένοι οι ίδιοι στην ελληνική εθνική ιδεολογία και μη έχοντας τα απαραίτητα θεωρητικά εφόδια, δε μπόρεσαν να δώσουν τη μάχη από καλύτερη θέση ώστε να αποτρέψουν.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΕΒΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΤΖΑΜΙΟΥ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΠΗΛΑΚΙΣΜΟ ΤΟΥΡΚΟΥ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ

Την Κυριακή 6 του Δεκέμβρη, όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στην Ξάνθη, οι φασιστικές συμμορίες προχώρησαν σε μια ακόμη επίδειξη του αποκρουστικού τους προσώπου βεβηλώνοντας κεντρικό τζαμί της πόλης. Αυτήν την μέρα, οι φασίστες όλης της Ελλάδας γιορτάζουν την δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, προκαλώντας ντυμένοι με τα ρούχα της δουλειάς τους, κατά προτίμηση αστυνομικές στολές, όσους βγαίνουν στους δρόμους για να δείξουν ότι το αποτρόπαιο έγκλημα της αστυνομίας δεν ξεχάστηκε και ότι όσοι αγωνίζονται ενάντια στην επικράτηση του φασιστικού αστυνομικού κράτους, δεν αθωώνουν τους δολοφόνους παιδιών και μεταναστών, όπως συνηθίζει να κάνει η Ελληνική Δικαιοσύνη.
Το γεγονός αυτό της ωμής τρομοκρατίας σε βάρος της τουρκικής μειονότητας δεν είναι καθόλου μεμονωμένο για τα δεδομένα της Θράκης. Πριν από μια εβδομάδα περίπου το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο με απόφασή του απαίτησε οι τουρκόφωνοι ραδιοσταθμοί της Θράκης να εκπέμπουν ελληνικά, τουλάχιστον κατά 25%, ενώ γνωρίζει ότι δεν τους παρακολουθούν Έλληνες παρά μόνο Τούρκοι της μειονότητας, ενώ πριν από δύο εβδομάδες περίπου, μια φασιστική συμμορία, μπροστά στα μάτια των ένστολων οργάνων καταστολής, κυνήγησε, παγίδευσε και προπηλάκισε Τούρκο δημοσιογράφο της μειονότητας. Με λίγα-λόγια, ο φασισμός με την έγκριση και την ενθάρρυνση του ελληνικού κράτους ανασκουμπώνεται για να οργανώσει ξανά πογκρόμ στην Θράκη, όπως είχε κάνει το 1990. Οι αδίστακτοι φασίστες πογκρομιστές που λυμαίνονται ατιμώρητα τις συνοικίες της Αθήνας, όπου κατοικούν πρόσφυγες και μετανάστες, έχοντας την πλήρη κάλυψη της αστυνομίας, όπως αποδείχτηκε εντυπωσιακά στις 2 του Φλεβάρη του 2008 και στις 7 του Ιούλη του 2009, αισθάνονται τώρα αρκετά ισχυροί να επαναλάβουν τα ίδια αίσχη που κάνανε κατά της τουρκικής και της μακεδονικής μειονότητας κατά την δεκαετία του 1990. Τότε που το χρήμα από τα μυστικά κονδύλια του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και του υπουργείου Εξωτερικών, όπως και από τους Σερβοβόσνιους εγκληματίες πολέμου που είχαν ανάγκη από το ξέπλυμα του, έρεε άφθονο προς αυτούς.
     Άλλωστε η εκλογή του ακροδεξιού Σαμαρά στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, τους εξασφαλίζει μια ευρύτερη πολιτική κάλυψη από αυτήν του ακροδεξιού Καρατζαφέρη. Ο Σαμαράς έχει διακηρύξει ότι είναι κατά της συμμετοχής Τούρκων βουλευτών στο κόμμα του και αυτός υπήρξε και ένας από τους βασικούς λόγους πρόσφατης αποχώρησης από την Ν.Δ. του πρώην βουλευτή Τούρκου μειονοτικού Ιλχάν.
     Είναι φανερό, ότι οι φανατικότεροι υποστηρικτές του ελληνικού εθνικισμού, οι φασιστικές συμμορίες, είναι εν γνώσει των κινδύνων κατακόρυφης επιδείνωσης των σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία εξαιτίας των τρομοκρατικών τους ενεργειών και αυτήν επιδιώκουν, σαν ένα πρώτο σκαλοπάτι προς έναν πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που τον εύχονται και τον επιδιώκουν, γνωρίζοντας από την συνεργασία τους με τους Σέρβους εγκληματίες πολέμου, πόσο επικερδείς είναι τέτοιοι πόλεμοι για όσους τους οργανώνουν.
     Όμως ο πόλεμος δεν είναι κάτι μακρινό που τον εύχονται και τον επιδιώκουν οι φασίστες υπερεθνικιστές. Ο πόλεμος, με την μορφή του κοινωνικού πολέμου, είναι μια κατάσταση που τα θύματα των πογκρόμ την αντιμετωπίζουν καθημερινά και την γειτνίασή του την ζούνε όλοι οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μειονοτήτων, όπως απέδειξε η επίθεση της φασιστικής συμμορίας στο Κέντρο Ανταποκριτών Ξένου Τύπου κατά την παρουσίαση του Ελληνομακεδονικού Λεξικού και η κατατρομοκράτηση του ξενοδόχου, ο οποίος είχε δεχτεί την πραγματοποίησή της στο ξενοδοχείο του στην Δυτική Μακεδονία.
     Απέναντι στην φασιστική τρομοκρατία, η Αντιεθνικιστική Κίνηση προτάσσει την αμερόληπτη και αξιόπιστη πληροφόρηση του ευαισθητοποιημένου απέναντι στον εθνοφασισμό και τον εθνορατσισμό κοινού και καλεί όλους τους εχθρούς των πολιτικοκοινωνικών αυτών καρκινωμάτων να σηκώσουν ψηλά το κεφάλι και να παλέψουν για να γίνει πράξη το σύνθημα “Δεν θα περάσει ο φασισμός”.
8-12-2009
-
Φωτογραφίες από την δράση της φασιστικής συμμορίας.
-
-------------
----------
---------

Αυτά που δεν είδαμε (ή δεν θέλαμε να δούμε) ποτέ.


Γιώργος Ν. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ


Ίσως κάποιοι περισσότεροι να θυμούνται με ικανοποίηση τα δελτία ειδήσεων και τις «πολεμικές ανταποκρίσεις» της τριετίας 1992-1995, όταν μαθαίναμε ότι οι αδελφοί μας Σέρβοι σημείωναν τη μία νίκη μετά την αλλη εναντίον των αλλόθρησκων Μουσουλμάνων και εκπορθούσαν τις ανωτέρω πόλεις, μαζί με πολλές άλλες.
Οι πρωτομάστορες αυτών των θριάμβων Μιλόσεβιτς και Κάρατζιτς, γίνονταν δεκτοί ως ήρωες στην Ελλάδα. Οι πολιτικοί μας ηγέτες σε μια πρωτοφανή επίδειξη εθνικής ομοψυχίας που θα τη ζήλευαν ακόμα και τα άλλα «εθνικά» μας θέματα (χωρικά ύδατα και εναέριος χώρος, Μακεδονικό, μειονότητες, μετανάστες κλπ), τους αποθέωναν και τους κατέτασσαν περίπου στο πάνθεο των μαρτύρων της Ορθοδοξίας. Η ελληνική κρατική και ιδιωτική βοήθεια- σε όλες τις μορφές- διοχετευόταν αφειδώς προς το σερβικό (παρα)κράτος και το σερβοβοσνιακό καθεστώς, η χώρα μας έγραφε στα τσαρούχια της το διεθνές εμπάργκο και τροφοδοτούσε τους ήρωες με καύσιμα και πρώτες ύλες ενώ ακόμα και οι κατασκηνώσεις στη χώρα μας δέχονταν μόνο Σερβόπουλα, καθότι για τα ορφανά των Μουσουλμάνων και των Κροατών ας φρόντιζαν οι ιμπεριαλιστές που διέλυσαν τη Γιουγκοσλαβία και ήθελαν να εκμηδενίσουν τη Σερβία.
Τι ξέρουμε σήμερα, 14 χρόνια μετά τη σφαγή στη Σρεμπρενίτσα, τη μεγαλύτερη μαζική δολοφονία αμάχων στην Ευρώπη μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Πολύ φοβάμαι ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι τα εγκλήματα που διέπραξαν τα αδέλφια μας στη Βοσνία είτε δεν έγιναν ποτέ είτε ήταν απολύτως δικαιολογημένα αφού οι Σέρβοι «έπρεπε να αμυνθούν». Σαν άλλοι αρνητές του Ολοκαυτώματος (Αχμαντινετζάντ καλή σου ώρα), ακόμα και όταν οι Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς, Μλάντιτς καταζητούνταν από όλη την ανθρωπότητα (πλήν Ελλήνων και Σέρβων ασφαλώς), εμείς θεωρούσαμε ότι κακώς κατηγορούνται για εγκλήματα πολέμου. Όταν ο Μιλόσεβιτς πέθανε υπόδικος στη Χάγη, βουλευτές του ελληνικού Κοινοβουλίου προσπάθησαν να περάσουν ψήφισμα καταδίκης (όχι του Μιλόσεβιτς αλλά των κακών ΝΑΤΟικών που τον δολοφόνησαν) ενώ όταν πέρυσι συνελήφθη ο Κάρατζιτς, είχαμε ακόμα και προσφορά δωρεάν νομικής βοήθειας από τον Δικηγορικό Σύλλογο Χανίων.
Μήπως τελικά δε θέλουμε να μάθουμε τι πραγματικά συνέβη; Γιατί αν θέλαμε, δεν θα έπρεπε να έχουμε διαφορετική στάση έναντι όλων εκείνων που ζουν ανάμεσά μας και υπήρξαν αδελφικοί φίλοι των σφαγέων της Σρεμπρενίτσα; Ας δούμε τι «έπαθαν» όλοι αυτοί.
Ο φανατικός θαυμαστής του Κάρατζιτς, επίτιμος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, μετά την πρωθυπουργική του θητεία έφτιαξε ακόμα περισσότερο το προφίλ του «πατερούλη», ρυθμιστή των εξελίξεων στη χώρα ενώ περιμένει να δει το επόμενο μέλος της οικογένειας στην θέση του πρωθυπουργού.
Ο επίσης ένθερμος φίλος των Κάρατζιτς και Μιλόσεβιτς, μέγας λαοπλάνος, μακαρίτης Ανδρέας Παπανδρέου έχει σχεδόν θεοποιηθεί από μεγάλη μερίδα των Ελλήνων ως ο άνθρωπος που σημάδεψε τον 20ο αιώνα για τη χώρα. Δεν απασχολεί τους παπανδρειστές, φαντάζομαι, ότι με την αμέριστη οικονομική και πολιτική του συμπαράσταση, κάποιοι άλλοι σημάδευαν τα κορμιά αθώων αμάχων.
Ο δε υπουργός Εξωτερικών των κυβερνήσεων Παπανδρέου και προσωπικός φίλος του Μιλόσεβιτς Κάρολος Παπούλιας, επιβραβεύθηκε για την φιλία του αυτή αναρριχόμενος στο ύπατο αξίωμα της χώρας, προτεινόμενος παραδόξως από το αντίπαλο πολιτικό δέος που προφανώς εκτίμησε και τις φιλίες του και την σθεναρή αντι-ευρωπαική του στάση. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας οτι είναι ο ίδιος άνθρωπος που σχολιάζοντας τις εκλογές του 2000 (εκείνες που νοθεύθηκαν τόσο κραυγαλέα ώστε αποτέλεσαν την αρχή του τέλους του Σέρβου δικτάτορα) έκανε λόγο πριν ακόμα γίνουν για παρέμβαση των δυνάμεων που θέλουν να ρίξουν τον Μιλόσεβιτς, οι οποίες προέρχονται από τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές χώρες και προσέθετε ότι Ελλάδα και Ε.Ε. έχουν τελείως διαφορετικά συμφέροντα στην πρ. Γιουγκοσλαβία (sic). Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι ο κ. Παπούλιας προθυμοποιήθηκε λίγους μήνες αργότερα να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη Μιλόσεβιτς, μαζί με τον επίτιμο και την Λιάνα Κανέλλη (την κομμουνίστρια). Όχι, ο μαφιόζος Αρκάν είχε δολοφονηθεί νωρίτερα και δεν πρόλαβαν οι πολιτικοί μας να τον υπερασπίσουν αλλά υπάρχουν ακόμα οι Κάρατζιτς και Μλάντιτς (αν και εφόσον θελήσουν οι Σέρβοι να ενοχλήσουν τον στρατηγό για να αφήσει τις διακοπές του και να πάει στη Χάγη)
Ο σημερινός αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιώργος Παπανδρέου «ξέχασε» την Βοσνία- Ερζεγοβίνη όταν ανακοίνωνε ως υπουργός Εξωτερικών το μεγαλόπνοο αναπτυξιακό πρόγραμμα για Βαλκάνια (ΕΣΟΑΒ), καθότι έπρεπε να βοηθήσουμε τα ορθόδοξα αδέλφια μας πάνω από όλα. Μπροστά στον κίνδυνο διεθνούς διασυρμού, βρέθηκαν την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή 4,5 εκατομμύρια ευρώ για την δύστυχη αυτή χώρα, τα οποία στο σύνολό τους κατέληξαν στα χέρια ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών. Για την Σερβία το αντίστοιχο αρχικό κονδύλι ήταν 250 εκατομμύρια ευρώ...
Όλους αυτούς και άλλους πολλούς (δεν έχει πλέον νόημα η απαρίθμηση ονομάτων και πράξεων) όχι απλώς τους ανεχόμαστε αλλά τους επιβραβεύουμε κι από πάνω. Τους κάνουμε πρωθυπουργούς, προέδρους, υπουργούς, βουλευτές και ότι άλλο θέλετε. Συνεπώς, δεν ευθύνονται εκείνοι αλλά εμείς που ενώ ο κόσμος γύρω μας αλλάζει, αρνούμαστε πεισματικά να αλλάξουμε τα μισαλλόδοξα δόγματά μας, αρνούμαστε να μάθουμε, να δούμε επιτέλους την αλήθεια κατάματα. Και αφήνουμε να αλωνίζουν ανάμεσά μας ανενόχλητοι και τιμημένοι οι συνεργοί απεχθών εγκλημάτων. Άνθρωποι που βγαίνουν σήμερα, εν έτη 2009, στα κανάλια τους και στα σκουπιδο-blogs τους και κάνουν σημαία και σύνθημα την ιδέα του Μιλόσεβιτς, ότι «η λύση είναι μία, σύνορα με τη Σερβία»
Είναι ασφαλώς αναφαίρετο δικαίωμα της σημερινής ελληνικής κοινωνίας να ξεχνά συνειδητά ποιους πολιτικούς, δημοσιογράφους ή δημόσια πρόσωπα έχει. Είναι δικαίωμά της να αρνείται να μάθει τι έγινε στη Σρεμπρενίτσα, στη Βοσνία, στο Κόσοβο, στη Μακεδονία και αλλού, να κλείνει τα μάτια και τα αυτιά όταν έρχεται αντιμέτωπη με την οδυνηρή αλήθεια.
Εμείς οι πολύ λίγοι, ωστόσο, είδαμε από κοντά την χαροκαμένη Σρεμπρενίτσα με τα ατέλειωτα πράσινα φέρετρα και το βουβό κλάμα των γυναικών που πάσχιζαν να βρουν ένα οστό έστω από τον άνθρωπό τους για να το θάψουν. Είδαμε τον καλοκάγαθο Βόσνιο Μουσουλμάνο παππού να μας χαιρετά εγκάρδια στη Ζέπα παρότι γνώριζε από που είμαστε και το ρόλο που έπαιξε η χώρα μας στον αφανισμό της οικογένειάς του. Είδαμε το κατεστραμμένο Γκοράζντε που θύμιζε Βερολίνο μετά την επέλαση του Κόκκινου Στρατού όταν επιτέλους έφυγαν οι Σέρβοι, το πανέμορφό αλλά νεκρό Ζβόρνικ με τα πτώματα των κατοίκων του να παρασέρνονται από το ρεύμα του Δρίνου μετά από βολές πυροβολικού εναντίον αμάχων από τα πρωτοπαλίκαρα του Κάρατζιτς. Ειδαμε την μαρτυρική Φότσα με το ανατιναγμένο τζαμί-αριστούργημα Αλατζά που της άλλαξαν κυριολεκτικά την πίστη (εθνοκάθαρση) και το όνομα οι Σέρβοι παραστρατιωτικοί, είδαμε το Μπίχατς, το Βούκοβαρ στην Κροατία και τόσα άλλα.
Εμείς οι λίγοι δε μπορούμε να ξεχάσουμε ποτέ...

ΥΓ: Δύσκολα περιγράφεται το νεοελληνικό delirium επί μια εβδομάδα και πλέον για το νέο μουσείο της Ακρόπολης τον περασμένο μήνα. Σε εθνικό δίκτυο, μάλιστα, και δεν εννοώ μόνο την τηλεόραση. Τα εγκαίνια ενός μουσείου είναι πάντα σημαντικά για κάθε πόλη. Όταν όμως ένα απλό πολιτιστικό γεγονός ανάγεται από μια ολόκληρη χώρα με αυτό τον τρόπο σε κορυφαία είδηση και σε άλλη μια εθνική υπόθεση, τότε απλούστατα στη χώρα αυτή πολιτισμός δεν υπάρχει.




Δημοσιεύτηκε στην τουρκόφωνη εφημερίδα της Θράκης "Trakya'nin Sesi" στις 27 Ιουλίου 2009.

Μάχη της Κρήτης: Ελληνικοί μύθοι και ιστορική πραγματικότητα

Του Πάνου Παπαδόπουλου.

Πόσο σημαντική ήταν τελικά η μάχη της Κρήτης για την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Ένας ακόμα νεοελληνικός ιστορικός μύθος
Η ιστορία λίγο πολύ γνωστή: Μετά την υποχώρησή τους από την ηπειρωτική Ελλάδα, τα συμμαχικά στρατεύματα (Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, κάποιοι από τους τελευταίους μάλιστα ήταν Μαορί) καταφεύγουν στην Κρήτη, όπου και διατάσσονται να οργανώσουν την άμυνα του νησιού απέναντι στους επελαύνοντες Γερμανούς. Οι Γερμανοί εισβάλλουν στο νησί με αλεξιπτωτιστές στις 20 Μαΐου 1941 και μετά από λυσσώδεις και σχετικά πολύνεκρες μάχες, στις οποίες συμμετείχαν και τμήματα του ελληνικού στρατού αλλά και πολλοί (μη ένστολοι) πολίτες, κατακτούν την Κρήτη την 1 Ιούνη.
 Η μάχη της Κρήτης ήταν σημαντική από πολλές απόψεις. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που χρησιμοποιήθηκαν τόσο εκτενώς αερομεταφερόμενα στρατεύματα. Για πρώτη φορά στον Β’ ΠΠ οι άμαχοι αντιστέκονται εναντίον των Ναζί, χρησιμοποιώντας μάλιστα ακόμα και μαγκούρες για να αντιμετωπίσουν τους ουρανοφερμένους στρατιώτες. Ήταν επίσης η πρώτη φορά που η Βρετανοί έκαναν χρήση των αποκωδικοποιημένων μηνυμάτων του συστήματος Enigma των Γερμανών. Το αποτέλεσμα της μάχης, με τις βαριές απώλειες των Γερμανών, έκανε τον Χίτλερ να αλλάξει άποψη για τις δυνατότητες των αλεξιπτωτιστών και να μην τους ξαναχρησιμοποιήσει μέχρι το τέλος του πολέμου. Στην αντίπερα όχθη, οι σύμμαχοι εντυπωσιάστηκαν από τους αλεξιπτωτιστές και χρησιμοποίησαν πολλές φορές αυτό το όπλο, ιδίως κατά την απόβαση στη Νορμανδία, με αρκετή μάλιστα επιτυχία.
Στην Ελλάδα όμως κυκλοφορεί ευρέως και μια άλλη άποψη για τη σημασία της μάχης της Κρήτης. Σύμφωνα με αυτή, η αντίσταση που συνάντησαν οι Γερμανοί στην Κρήτη ανάγκασε τον Χίτλερ να αναβάλει για 1 μήνα την εκστρατεία εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης (επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα) με αποτέλεσμα να τους βρει απροετοίμαστους ο χειμώνας, να οργανωθούν καλύτερα οι Σοβιετικοί, να αποτύχει η εκστρατεία και τελικά να χάσουν τον πόλεμο. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία δια της υπουργού παιδείας παρέστη στη φετινή εκδήλωση μνήμης και έκανε δηλώσεις, από τα κρατικά κανάλια (ΝΕΤ) στα σχετικά ρεπορτάζ και από διάφορους σχετικούς και άσχετους στις εφημερίδες.
Πρόκειται φυσικά περί μύθου. Η αναβολή της επίθεσης στη Σ. Ένωση, η οποία είχε προγραμματιστεί αρχικά για τις 15 Μαίου 1941 και τελικά ξεκίνησε στις 22 Ιούνη, δεν είχε σχέση με τη Μάχη της Κρήτης, αλλά με τα προβλήματα στρατηγικής και την προετοιμασία των Γερμανών, αφού ακόμα και κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της επιχείρησης ο Χίτλερ και το επιτελείο του δεν είχαν συμφωνήσει στους κύριους στόχους της εκστρατείας. Άλλωστε, αν η μία επιχείρηση εξαρτιόταν από την άλλη, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι η επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα θα άρχιζε αμέσως μετά την κατάληψη της Κρήτης (1 Ιούνη) και όχι ύστερα από 21 μέρες. Αυτή ακριβώς η έλλειψη στρατηγικής των Γερμανών αλλά και τα προβλήματα ανεφοδιασμού και επικοινωνιών, σε συνδυασμό με την σθεναρή (τουλάχιστον από κάποιο σημείο και μετά) αντίσταση του Κόκκινου Στρατού, θεωρούνται από τους ιστορικούς ως οι βασικοί λόγοι αποτυχίας της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα, και όχι φυσικά ο (κατά τα άλλα ηρωικότατος) κρητικός με τη μαγκούρα.


Πηγές: wikipedia, Ρεϊμόν Καρτιέ Ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Ιστορικά (Ελευθεροτυπία) τ. 71   

28η Οκτωβρίου: Ο πόλεμος που τελικά δεν ήταν "τρικούβερτο γλέντι"


Του Νάσου Θεοδωρίδη*

Εξήντα εννέα χρόνια μετά την τραγωδία του θανάτου και της αναπηρίας δεκάδων χιλιάδων φαντάρων, έχει έρθει η ώρα για μια ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση που να απαντάει στο ερώτημα αν τελικά βγήκε κερδισμένη η ελληνική κοινωνία από μια εξ αντικειμένου σύμπλευση με το φασιστικό καθεστώς Μεταξά στην οποία οδηγήθηκε από τον εθνικιστικό παροξυσμό της εποχής, προκειμένου να αποτραπεί η απλή διέλευση ενός άλλου φασιστικού στρατού, με μόνο επιχείρημα ότι ο δεύτερος στρατός ήταν «ξένος» (αλλά εξίσου φασιστικός). Υποστηρίζω ότι η εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτό το σφαγείο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η 28η Οκτωβρίου δεν σήμαινε ούτε την «ενότητα» ούτε «το μεγαλείο του έθνους», αλλά την είσοδο της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Η άγρια σύγκρουση που ξετυλίχτηκε πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας έδειξε ανάγλυφα την ταξική της φύση. Στις πρώτες γραμμές φτωχοί άνθρωποι, πέθαιναν από τη γάγγραινα, έλιωναν από την ψείρα, περίμεναν απελπισμένα τροφή. Πιο πίσω οι αξιωματικοί με τις ορντίναντσες τους έδιναν τις διαταγές. Και ακόμα πιο πίσω, στα πολυτελή ξενοδοχεία της Αθήνας, ο αρχιστράτηγος Παπάγος και το επιτελείο της «Αυτού Μεγαλειότητας»...
Υπάρχουν πολλοί μύθοι για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο πρώτος είναι ότι οι φαντάροι μας με εφ’ όπλου λόγχη στείλανε τους δειλούς εχθρούς στα βάθη της Αλβανίας. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο ελληνικός στρατός ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτή τη σύγκρουση. Ήδη από την άνοιξη1939 το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε καταστρώσει ανάλογα σχέδια. Και από τον Ιούνη 1940 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση «μυστικής επιστράτευσης». Στα σχολικά βιβλία και στα πατριωτικά αφιερώματα η «θέληση» και το «φρόνημα» ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για το «έπος της Αλβανίας». Η αλήθεια είναι ότι ήταν η μορφολογία του εδάφους, το βεβιασμένο της ιταλικής επίθεσης -με όλες τις δυσκολίες ανεφοδιασμού από τα ακατάλληλα λιμάνια της Αλβανίας- και μια πολύ ισχυρή ελληνική στρατιωτική μηχανή.
Επίσης αποκρύπτεται ότι υπήρχαν πολλοί που αρνούνταν να υποταχτούν σε αυτήν τη χαρούμενη εικόνα της “εθνικής πανστρατιάς”. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θ. Χατζής, μετέπειτα γραμματέας του ΕΑΜ αναφέρει στις αναμνήσεις του ότι στις αρχές Νοέμβρη εκτελέστηκαν επί λιποταξία τέσσερις φαντάροι του συντάγματός του, επειδή είχαν λείψει μόνο μια μέρα και ξαναγύρισαν: «Απογοήτευση και πένθος έπεσε στο Σύνταγμα. Στην πορεία μάθαμε πως και σε άλλα Συντάγματα έγιναν παρόμοιες δίκες για μικρές πειθαρχικές παραβάσεις και επακολούθησαν διαδοχικές εκτελέσεις, κατά περίεργη ‘συγκυρία’ μόνο Μακεδόνων που μιλούσαν τη σλαβική γλώσσα και όλοι τους σχεδόν ήταν χαρακτηρισμένοι «βουλγαροκομμουνιστές».
Ήταν και κάτι άλλο που ερέθιζε τους φαντάρους. Οι καλαμαράδες της Αθήνας παρουσίαζαν τον πόλεμο σαν τρικούβερτο γλέντι με χαρές και τραγούδια για τους Έλληνες φαντάρους. Κρύβανε την πραγματικότητα. Συνήθως στα αφιερώματα για την 28η Οκτωβρίου, βλέπουμε επίκαιρα της εποχής με τα πλήθη ενθουσιασμένα να χαιρετάνε εκείνους που φεύγουν για το μέτωπο. Πράγματι, κάθε φορά που αρχίζει ένας τέτοιος πόλεμος, η πλειοψηφία παρασύρεται από ένα κύμα εθνικισμού και πολεμόχαρων αισθημάτων. Όμως, καθώς περνούν οι μέρες, φανερώνεται όχι μόνο η φρίκη του πολέμου αλλά και ποιος την πληρώνει, οπότε οι διαθέσεις αλλάζουν.
Ο Δ. Λουκάτος καταγράφει αυτή την αλλαγή στο ημερολόγιο που κρατούσε και έχει δημοσιευτεί με τίτλο «Οπλίτης στο Αλβανικό Μέτωπο Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-'41»: «Ένα περίεργο πράγμα. Κανείς απ’ όλους τους ‘Εμπέδους’ δεν θέλει να φύγει για το Μέτωπο. Όλοι θα ‘τανε ευτυχείς αν τους κρατούσανε εδώ. Πού είναι λοιπόν τα φανταχτερά λόγια ‘οι φαντάροι μας αδημονούν να μεταβούν εις την πρώτην γραμμήν’;».
* Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι μέλος του ΣΥΝ και της Αντιεθνικιστικής Κίνησης
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Αυγή" της 27-10-2009

28η Οκτωβρίου: Ο πόλεμος που τελικά δεν ήταν"τρικούβερτο γλέντι"

Του Νάσου Θεοδωρίδη*

Εξήντα εννέα χρόνια μετά την τραγωδία του θανάτου και της αναπηρίας δεκάδων χιλιάδων φαντάρων, έχει έρθει η ώρα για μια ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση που να απαντάει στο ερώτημα αν τελικά βγήκε κερδισμένη η ελληνική κοινωνία από μια εξ αντικειμένου σύμπλευση με το φασιστικό καθεστώς Μεταξά στην οποία οδηγήθηκε από τον εθνικιστικό παροξυσμό της εποχής, προκειμένου να αποτραπεί η απλή διέλευση ενός άλλου φασιστικού στρατού, με μόνο επιχείρημα ότι ο δεύτερος στρατός ήταν «ξένος» (αλλά εξίσου φασιστικός). Υποστηρίζω ότι η εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτό το σφαγείο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η 28η Οκτωβρίου δεν σήμαινε ούτε την «ενότητα» ούτε «το μεγαλείο του έθνους», αλλά την είσοδο της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Η άγρια σύγκρουση που ξετυλίχτηκε πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας έδειξε ανάγλυφα την ταξική της φύση. Στις πρώτες γραμμές φτωχοί άνθρωποι, πέθαιναν από τη γάγγραινα, έλιωναν από την ψείρα, περίμεναν απελπισμένα τροφή. Πιο πίσω οι αξιωματικοί με τις ορντίναντσες τους έδιναν τις διαταγές. Και ακόμα πιο πίσω, στα πολυτελή ξενοδοχεία της Αθήνας, ο αρχιστράτηγος Παπάγος και το επιτελείο της «Αυτού Μεγαλειότητας»...
Υπάρχουν πολλοί μύθοι για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο πρώτος είναι ότι οι φαντάροι μας με εφ’ όπλου λόγχη στείλανε τους δειλούς εχθρούς στα βάθη της Αλβανίας. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο ελληνικός στρατός ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτή τη σύγκρουση. Ήδη από την άνοιξη1939 το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε καταστρώσει ανάλογα σχέδια. Και από τον Ιούνη 1940 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση «μυστικής επιστράτευσης». Στα σχολικά βιβλία και στα πατριωτικά αφιερώματα η «θέληση» και το «φρόνημα» ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για το «έπος της Αλβανίας». Η αλήθεια είναι ότι ήταν η μορφολογία του εδάφους, το βεβιασμένο της ιταλικής επίθεσης -με όλες τις δυσκολίες ανεφοδιασμού από τα ακατάλληλα λιμάνια της Αλβανίας- και μια πολύ ισχυρή ελληνική στρατιωτική μηχανή.
Επίσης αποκρύπτεται ότι υπήρχαν πολλοί που αρνούνταν να υποταχτούν σε αυτήν τη χαρούμενη εικόνα της “εθνικής πανστρατιάς”. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θ. Χατζής, μετέπειτα γραμματέας του ΕΑΜ αναφέρει στις αναμνήσεις του ότι στις αρχές Νοέμβρη εκτελέστηκαν επί λιποταξία τέσσερις φαντάροι του συντάγματός του, επειδή είχαν λείψει μόνο μια μέρα και ξαναγύρισαν: «Απογοήτευση και πένθος έπεσε στο Σύνταγμα. Στην πορεία μάθαμε πως και σε άλλα Συντάγματα έγιναν παρόμοιες δίκες για μικρές πειθαρχικές παραβάσεις και επακολούθησαν διαδοχικές εκτελέσεις, κατά περίεργη ‘συγκυρία’ μόνο Μακεδόνων που μιλούσαν τη σλαβική γλώσσα και όλοι τους σχεδόν ήταν χαρακτηρισμένοι «βουλγαροκομμουνιστές».
Ήταν και κάτι άλλο που ερέθιζε τους φαντάρους. Οι καλαμαράδες της Αθήνας παρουσίαζαν τον πόλεμο σαν τρικούβερτο γλέντι με χαρές και τραγούδια για τους Έλληνες φαντάρους. Κρύβανε την πραγματικότητα. Συνήθως στα αφιερώματα για την 28η Οκτωβρίου, βλέπουμε επίκαιρα της εποχής με τα πλήθη ενθουσιασμένα να χαιρετάνε εκείνους που φεύγουν για το μέτωπο. Πράγματι, κάθε φορά που αρχίζει ένας τέτοιος πόλεμος, η πλειοψηφία παρασύρεται από ένα κύμα εθνικισμού και πολεμόχαρων αισθημάτων. Όμως, καθώς περνούν οι μέρες, φανερώνεται όχι μόνο η φρίκη του πολέμου αλλά και ποιος την πληρώνει, οπότε οι διαθέσεις αλλάζουν.
Ο Δ. Λουκάτος καταγράφει αυτή την αλλαγή στο ημερολόγιο που κρατούσε και έχει δημοσιευτεί με τίτλο «Οπλίτης στο Αλβανικό Μέτωπο Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-'41»: «Ένα περίεργο πράγμα. Κανείς απ’ όλους τους ‘Εμπέδους’ δεν θέλει να φύγει για το Μέτωπο. Όλοι θα ‘τανε ευτυχείς αν τους κρατούσανε εδώ. Πού είναι λοιπόν τα φανταχτερά λόγια ‘οι φαντάροι μας αδημονούν να μεταβούν εις την πρώτην γραμμήν’;».

* Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι μέλος του ΣΥΝ και της Αντιεθνικιστικής Κίνησης

ΚΥΠΡΟΣ 1974-2009 : ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!

Οι θηριωδίες Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων  στα χωριά Atlilar, Murat Aga, Sandalar, Taskent, Tatlitsu και Terazi.


   Στις 19 Αυγούστου  1974 αποκαλύφθηκαν  μαζικές εκτελέσεις Τούρκων στο χωριό Atlilar. Στις 20 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε  εκταφή  πτωμάτων από  ομαδικό τάφο έξω από το χωριό. Ξένοι δημοσιογράφοι, παρατηρητές του ΟΗΕ και στρατιώτες της ειρηνευτικής δύναμης UNFICYP παραβρέθηκαν στην μακάβρια διαδικασία που προκάλεσε διεθνές σοκ. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Τούρκοι στρατιώτες που έφθασαν στο χωριό αντίκρυσαν μία εικόνα ολικής καταστροφής. Το χωριό είχε σαρωθή σαν να το χτύπησε τυφώνας. 


   Ο Αλί Χουσεϊν ένας βοσκός από το χωριό και δύο ηλικιωμένοι που είχαν γλυτώσει κρυμμένοι στα χωράφια έδωσαν τις πρώτες πληροφορίες. Στις 14 Αυγούστου εισέβαλαν στο χωριό ένοπλοι Ελληνοκύπριοι επικεφαλής των οποίων ήσαν αξιωματικοί από την Ελλάδα. 57 χωρικοί δεμένοι πισθάγκωνα οδηγήθηκαν έξω από το χωριό και εκτελέσθηκαν με ριπές αυτομάτων όπλων. Τα πτώματά τους θάφτηκαν σε μία φρεσκοσκαμμένη τάφρο και σκεπάστηκαν με χώμα που το έσπρωξε μπουλντόζα. Το βαρύ  μηχάνημα ισοπέδωσε τον ομαδικό τάφο μετατρέποντας τα πτώματα σε μία άμορφη μάζα ανάμικτη με χώματα.
  Δέκα ημέρες αργότερα αποκαλύφθηκε άλλος ομαδικός τάφος κοντά στο χωριό Murat Aga με 100 διαμελισμένα πτώματα  από τα χωριά Murat Aga και Atlilar. Πολλά ανήκαν σε μικρά παιδιά. Αυτόπτες μάρτυρες επιβεβαίωσαν πως επικεφαλής των εκτελεστών ήσαν αξιωματικοί από την Ελλάδα. Η εκταφή των πτωμάτων πραγματοποιήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1974 παρουσία ξένων δημοσιογράφων, παρατηρητών του ΟΗΕ και στρατιωτικών της ειρηνευτικής δύναμης.
  Μεταξύ αυτών που επέζησαν της σφαγής ήταν ο 65χρονος δάσκαλος και ιμάμης του χωριού Νιχάτ Μουσταφά. Κατάφερε να σωθεί μαζί με τον αδελφό του Κεμάλ και την σύζυγό του κρυμμένος σε ένα σπίτι. Παρέμενε κρυμμένος για αρκετές ημέρες μέχρι την στιγμή που αντίκρυσε να καταφθάνει ένα τζιπ του Τουρκικού στρατού. Στην κατάθεση που έδωσε σε Τούρκους αξιωματικούς ανέφερε μεταξύ άλλων: "Δεν μας χρειάζεται πιά το σχολείο αφού όλα τα παιδιά εκτελέσθηκαν από τους Έλληνες. Δεν ξέρω πια τι να κάνω στην ζωή  μου. Δεν έχω  την δύναμη ούτε να προσευχηθώ". Η φωτογραφία του Νιχάτ Μουσταφά (από κάτω) να θρηνεί μπροστά στα διαμελισμένα πτώματα των μαθητών του  έκανε τον γύρο του κόσμου. Στην Ελλάδα δεν προβλήθηκε ποτέ.

    Ολα τα θύματα στα χωριά  Atlilar, Murat Aga και Sandallar ήσαν γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι. Οι άντρες των τριών χωριών είχαν μεταφερθεί και τοποθετήθηκαν σαν ανθρώπινες ασπίδες στο Ελληνοκυπριακό στρατόπεδο Μαγκόσα κοντά στην Αμμόχωστο.

Οι σφαγές στα χωριά  Taskent, Tatlitsu και Terazi.
  Στις 14 Αυγούστου 1974 το μικτό Ελληνοτουρκικό χωριό Taskent (Τοκίνη) στην περιοχή Λεμεσσού της νότιας Κύπρου, χτυπήθηκε από μία φοβερή τραγωδία. Ολοι οι άρρενες κάτοικοι ηλικίας 13 έως 74 ετών οδηγήθηκαν σε υπαίθριο χώρο από Έλληνες και Ελληνοκύπριους οπλοφόρους και δολοφονήθηκαν μαζικά μαζί με 15 άλλους κάτοικους των χωριών Tatlisu και Terazi.
     Αρχικά οι Τουρκοκύπριοι κλείσθηκαν στο Ελληνικό σχολείο του χωριού μέσα στο οποίο υπήρχαν αξιωματικοί από την Ελλάδα. Την επόμενη ημέρα τους έβαλαν σε δύο πούλμαν και τους μετέφεραν μακριά. Συνολικά 89 άνθρωποι οδηγήθηκαν στο σημείο της μαζικής εκτέλεσης.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ

    Ο Σουάν Χουσεϊν Καφαντάρ, μοναδικός επιζών  από το χωριό Taskent, ανέφερε τα εξής:
   "Μας οδήγησαν σε ένα χωράφι και μας διέταξαν να βγούμε από τα λεωφορεία. Περικυκλωμένοι από Ελληνες οπλοφόρους υποχρεωθήκαμε να παραδώσουμε τις ταυτότητες και τα τιμαλφή μας. Στην συνέχεια μας επέτρεψαν να καπνίσουμε και μερικοί  άναψαν τσιγάρα.
   Ξαφνικά και χωρίς καμμιά προειδοποίηση άνοιξαν πυρ εναντίον μας με αυτόματα όπλα. Χτυπήθηκα από  σφαίρες και έπεσα κάτω μαζί με άλλους. Τα πεσμένα σώματα σχημάτιζαν σωρό. Αν και τραυματισμένος διατήρησα τις αισθήσεις μου. Είδα τους Ελληνες να περπατούν πάνω στους πεσμένους και να τους πυροβολούν στο κεφάλι. Ηταν κάτι  τρομερό. Με προσπέρασαν νομίζοντας ότι είμαι νεκρός. Μετά από λίγο σύρθηκα έξω από τον σωρό των σκοτωμένων. Τότε συνειδητοποίησα γιατί δεν με είχαν αποτελειώσει. Στο κεφάλι μου υπήρχαν σκορπισμένα τα μυαλά ενός νεκρού άντρα που βρισκόταν ακριβώς από πάνω μου.
  Καθώς σύρθηκα μακρυά από τον φοβερό εκείνο χώρο είδα και δύο άλλους που είχαν γλυτώσει. Ήσαν πληγωμένοι. Τους πλησίασα για να τους βοηθήσω αλλά ο ένας μου είπε να τους αφήσω και να φύγω γιατί δεν είχαν καμμιά ελπίδα. Με παρακάλεσε να μεταφέρω σε όλους αυτό που είχε συμβεί. Λίγο αργότερα οι Ελληνες ξαναγύρισαν και τους αποτελείωσαν. Χρειάσθηκαν αρκετές ημέρες για να φθάσω σε ένα Τουρκικό χωριό. Εκεί έμαθα πως ήμουν ο μοναδικός επιζών από την σφαγή στο χωριό μου"

      Μόλις έγινε γνωστή η συγκλονιστική μαρτυρία του Καφαντάρ, οι εκπρόσωποι του ΟΗΕ προσπάθησαν να διερευνήσουν το περιστατικό αλλά οι Ελληνοκύπριοι αρνήθηκαν να επιτρέψουν την πρόσβαση στον τόπο της τραγωδίας. Οι Τουρκοκύπριοι που βρίσκονταν κρατούμενοι στο δεύτερο λεωφορείο δεν βρέθηκαν ποτέ. Εκτελέσθηκαν με τον ίδιο  τρόπο και θάφτηκαν σε σημείο που δεν ήταν δυνατόν να εντοπισθή γιατί βρίσκεται στον Ελληνοκυπριακό τομέα.
   Οι γυναίκες του χωριού Taskent μπόρεσαν να φύγουν γιά την Βόρεια Κύπρο τρεις μήνες αργότερα. Αναχώρησαν στις 25 Οκτωβρίου 1974 κάτω από την προστασία του ΟΗΕ. Ενα καινούργιο Τουρκικό χωριό με το ίδιο όνομα Taskent στήθηκε κοντά στην Λευκωσία. Η θέση του ομαδικού τάφου στην νότια Κύπρο εντοπίσθηκε από τον ΟΗΕ αλλά άδεια γιά εκταφή των πτωμάτων δεν δόθηκε ποτέ από την Ελληνοκυπριακή κυβέρνηση.

Μια διαφορετική ματιά στο "μεγαλύτερο Έλληνα όλων των εποχών"


          

Της Αμαλίας Αλτίνου


Στον διαγωνισμό που οργάνωσε ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ ο Μέγας Αλέξανδρος ψηφίσθηκε ως ο μεγαλύτερος Έλληνας όλων των εποχών. Πώς έφτασε όμως ο λεγόμενος «μεγάλος στρατηλάτης» ως την άλλη άκρη του κόσμου; Πέρα από τον μύθο, υπάρχουν και οι σφαγές στη διάρκεια των κατακτητικών εκστρατειών…

Μια εναλλακτική ματιά πάνω στους «Μεγάλους» της ιστορίας, ανάμεσά τους και στο «Μέγα» Αλέξανδρο, προσφέρει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο βιβλίο του, «Ο μύθος των ‘μεγάλων’ της ιστορίας». Για «νοθεία της ιστορίας» κάνει λόγο ο συγγραφέας, επισημαίνοντας ότι πρόσωπα του δημόσιου βίου που πρωταγωνιστούν σε αποτρόπαια εγκλήματα θεωρούνται ιερά και αδιαμφισβήτητα, σε μια προσπάθεια συγκάλυψης των εγκλημάτων, ή έστω ωραιοποιημένα υπό το μανδύα του ηρωισμού και της ανδρείας που επέδειξαν για την «εξαγωγή» του πολιτισμού στους «βάρβαρους» κι «απολίτιστους».

«Δήμιοι και τύραννοι λαών ηρωοποιούνται, εξευγενίζονται και εξεικονίζονται με φωτοστέφανο. Απόπειρα κριτικής έρευνας γύρω από παρόμοια πρόσωπα θεωρείται συχνά βέβηλη και αντεθνική πράξη! Εδραιώνεται έτσι η φήμη ηγεμόνων που πρέπει να προκαλούν φρίκη και απέχθεια και να θεωρούνται όνειδος για την ανθρωπότητα. Νομιμοποιείται η παραχάραξη της ιστορίας από την εκάστοτε εξουσία και τιμώνται οι εξωνημένοι υμνωδοί και αυλοκόλακες».

«Μέγας ο Αλέξανδρος που υποδούλωσε τις ελεύθερες και αυτόνομες ελληνικές πόλεις και κατέλυσε τους ελεύθερους θεσμούς και το πολίτευμα της γνήσιας δημοκρατίας – συμφορά για τους Έλληνες και την ανθρωπότητα – προκαλώντας την παρακμή του κλασικού πολιτισμού. Μέγας ο Αλέξανδρος που γέμισε την Ελλάδα και την Ασία με πτώματα και ερείπια», αναφέρει ο συγγραφέας στο εν λόγω βιβλίο.

Μετά το φόνο του πατέρα του, Φιλίππου Β', ο Αλέξανδρος Γ' ο Μακεδών, εξοντώνει όλους τους συγκληρονόμους του θρόνου για να αναλάβει την εξουσία. Η είδηση για τη δολοφονία του Φίλιππου «προκάλεσε γενική έκρηξη χαράς στις ελληνικές πόλεις», σημειώνει ο συγγραφέας. Ακολούθησε ο ξεσηκωμός των ελληνικών πόλεων που διεκδικούν την ανεξαρτησία και αυτονομία τους. Μόνο οι Θεσσαλοί παρέμειναν υπάκουοι στην μακεδονική μοναρχία. Πολλές περιοχές όπως η Αιτωλία, Αμβρακία, Ήλιδα, Αρκαδία, Αργολίδα, εκδιώκουν τους πράκτορες του Φιλίππου και ανασυγκροτούν την άμεση δημοκρατία, αναφέρει το βιβλίο.

Για την καταστολή του ξεσηκωμού των ελληνικών πόλεων ο Αλέξανδρος οργανώνει εκστρατεία στην νότια Ελλάδα για την κατάπνιξη των ανταρσιών και τον εξαναγκασμό των πόλεων να αναγνωρίσουν την κυριαρχία του νέου μονάρχη. Στο πλαίσιο αυτό, συγκαλείται το 2ο Συνέδριο της Κορίνθου το οποίο αναγνωρίζει τον Αλέξανδρο ως “στρατηγό αυτοκράτορα” και επανεπικυρώνει το σχέδιο “κοινής” εκστρατείας κατά των Περσών, με το σύνθημα της εκδίκησης για τις ελληνικές συμφορές πριν ενάμισι αιώνα, σημειώνει ο συγγραφέας. Ωστόσο, τα δύο Συνέδρια της Κορίνθου (το πρώτο, την εποχή του Φίλιππου) αποτελούν συνέπεια καταναγκασμού και οι αποφάσεις τους «αποτελούσαν εντολές της μακεδονικής μοναρχίας και όχι προϊόν ελεύθερων διαβουλεύσεων», επισημαίνει ο Κ. Σιμόπουλος.

Στο πλαίσιο αυτό συντελείται και το ολοκαύτωμα της Θήβας. Τις σφαγές και τη λεηλασία ακολούθησε η αιχμαλωσία όλων των παιδιών της πόλης, ενώ «έδωσε εντολή να ξεθεμελιωθεί η Θήβα», προκειμένου να αποθαρρύνει κάθε ένοπλη εξέγερση. Τόσο κατά τον Πλούταρχο, όσο και κατά τον Πολύβιο, η ολοκληρωτική καταστροφή της Θήβας απέβλεπε στον εκφοβισμό των υπόλοιπων Ελλήνων ώστε να μην προβούν σε ένοπλο αγώνα και να υποταχθούν στην μακεδονική μοναρχία.

Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Ασία, συντελούνται σφαγές ελληνικών πόλεων, τις οποίες είχε αναλάβει να απελευθερώσει από τον περσικό ζυγό. Οι περισσότερες συνθηκολόγησαν και όσες αντιστάθηκαν υπέστησαν συμφορές. Ακόμα και η εντολή του Αλέξανδρου για κατάλυση των ολιγαρχικών καθεστώτων και αποκατάσταση της παραδοσιακής αυτονομίας και των δημοκρατικών θεσμών υπήρξε – κατά τον συγγραφέα – «μια υποκριτική εξαγγελία για να προσελκύσει τη συμπάθεια των μικρασιατικών πόλεων και να αποτρέψει την ένοπλη αντίστασή τους». Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, η στάση του Αλέξανδρου απέναντι σε κάθε ελληνική πόλη, εύνοια ή διωγμός, καθοριζόταν από την υποταγή ή όχι των κατοίκων.

Η κατάκτηση των ασιατικών χωρών συνοδευόταν από ολοκληρωτική καταστροφή και εγκλήματα, αναφέρει ο συγγραφέας. Ισοπέδωση πόλεων, σφαγή πληθυσμών, εμπρησμοί, βασανιστήρια. Στην Τύρο της Συρίας, το 332 π.Χ., ενώ έπεσαν οι υπερασπιστές της πόλης μετά από πολύμηνη πολιορκία, ο Αλέξανδρος έκανε σκλάβους τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ θανάτωσε με σταύρωση 2000 νέους της Τύρου. Τον ίδιο χρόνο στη Γάζα, μετά την άλωσή της, διέταξε να σφαγιαστούν όλοι οι νέοι, πάνω από 10.000 στο σύνολό τους. «Ήταν τόσο συστηματική η τρομακτική σφαγή κατά την προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας που, όπως έλεγαν οι ίδιοι οι Μακεδόνες, ‘τα σπαθιά στόμωσαν, παραμορφώθηκαν, καθώς λιάνιζαν τα κορμιά’».

Όπως παρατηρεί ο Κ. Σιμόπουλος, οι βαρβαρότητες του Αλέξανδρου συγκλόνιζαν τους αρχαίους συγγραφείς, ακόμα και τους υμνητές του, που αναφέρονται στις ομαδικές σφαγές πληθυσμών μετά την άλωση και τα ολοκαυτώματα περιοχών όπως στη Φοινίκη και στη Σογδιανή (332π.Χ.), στην Ινδία (326 π.Χ.), στη Ζάγρο (323 π.Χ.) κ.α. Παράλληλα, ο συγγραφέας ασκεί έντονη κριτική και στην αντιμετώπιση του Αλέξανδρου απέναντι στα ίδια τα μνημεία και έργα τέχνης του ανατολικού πολιτισμού, αρκετά από τα οποία υπέστησαν εμπρησμούς και κατεδαφίσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η καταστροφή της Περσέπολης, που κατά τον Διόδωρο ήταν η πλουσιότερη πόλη του κόσμου. «Μετά την άλωση οι Μακεδόνες εξόντωσαν όλους τους άνδρες και ρίχτηκαν στη διαρπαγή».

«Οι βαρβαρότητες θα ολοκληρωθούν με την ολοσχερή καταστροφή του πολυφημισμένου στην οικουμένη για τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς και τα ιστορικά κειμήλια ανακτορικού συγκροτήματος. Μνημεία και σημαντικά έργα τέχνης που αποτελούσαν μια δυναμική σύνθεση και πλούσια ενότητα πολιτιστικών παραδόσεων και τεχνοτροπιών, ασσυριακών και αιγυπτιακών αλλά και με έκδηλες επιρροές του ελληνικού πολιτισμού διαμέσου της Ιωνίας».

Με την κατάκτηση του περσικού κράτους, ο Αλέξανδρος αισθάνεται ως Ασιάτης μονάρχης και νόμιμος διάδοχος του Κύρου, αναφέρει ο συγγραφέας. Υπάρχει πλέον μια μεγάλη αυτοκρατορία, της οποίας η Ελλάδα αποτελεί απλά μια ασήμαντη, μακρινή επαρχία, συμπληρώνει. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος υιοθετεί το μεγαλείο και τη χλιδή της περσικής Αυλής καθώς και την απολυταρχική συμπεριφορά των Ασιατών ηγεμόνων. «Αξιώνει να τιμάται ως Πέρσης μονάρχης, κάτι απαράδεκτο για το εκστρατευτικό σώμα που έχει γαλουχηθεί με άλλες παραδόσεις. Προσεγγίζει και περιποιείται τους Ασιάτες μεγιστάνες, εξευτελίζει και θανατώνει τους Ελληνομακεδόνες». Μετά το φόνο του Δαρείου, ο Αλέξανδρος εμφανίζεται ως κληρονόμος της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Αδελφοποιείται με την άρχουσα τάξη, διαβεβαιώνοντας τους αυλικούς και αξιωματούχους του Δαρείου ότι είναι προστάτης και σύμμαχός τους. Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, ο Αλέξανδρος μεταμορφώθηκε σε γνήσιο μονάρχη της Ανατολής.

«Ο Αλέξανδρος περιβάλλεται από Πέρσες αξιωματούχους, συμπεριφέρεται ως Ασιάτης μονάρχης. Σατράπες και αριστοκράτες της Περσίας συνωστίζονται στην Αυλή του. Και βίος αναίσχυντος ατιμωτικής κραιπάλης», γράφει ο Κ. Σιμόπουλος. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για «εκπερσισμό» του Αλέξανδρου, στον οποίο «οφείλεται και η εμφάνιση στον ελληνικό κόσμο και στους κατοπινούς αιώνες, του τίτλου «βασιλεύς» με τις παρεπόμενες ιδιότητες – απολυταρχία, μεγαλοπρέπεια, χλιδή κτλ. Δεν ήταν άγνωστος στην προαλεξανδρινή εποχή αλλά δεν ταυτιζόταν με την απόλυτη εξουσία».

Όσον αφορά στις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών από την Ευρώπη στην Ασία και το αντίστροφο, ο Κ. Σιμόπουλος κάνει λόγο για βάρβαρη μέθοδο. Σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι η εν λόγω τακτική είχε στόχο τη δημιουργία μιας νέας, συναδελφωμένης κοινότητας με τις επιμιξίες και τους συγγενικούς δεσμούς, ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει ένα άλλο επιχείρημα. «Η βίαιη μετακίνηση πληθυσμών αποτελούσε πάντοτε μια βάρβαρη αλλά ασφαλή μέθοδο σκλαβωμού ή ηθικού αφοπλισμού λαών και ανθρώπινων ομάδων, πολιτική που ακολούθησαν πάμπολα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους τόπους».


Δημοσιεύτηκε στις 20-5-2009 από την Αμαλία Αλτίνου της ομάδας ΤVXS, στον δικτυότοπο http://www.tvxs.gr/v12051

Έκθεση: «Η 28η Οκτωβρίου»

Η 28η Οκτωβρίου είναι μια πάρα πολύ σπουδαία μέρα. Η 27η Οκτωβρίου και η 29η Οκτωβρίου δεν λένε και πάρα πολλά πράγματα. Η 26η Οκτωβρίου κάτι λέει άμα σε λένε Δημήτρη. Ο Δημήτρης Καλπακλής που τον λένε Δημήτρη και πάει
Δευτέρα, χαίρεται πάρα πολύ που τον λένε Δημήτρη γιατί γιορτάζει και παίρνει πάρα πολλά παιχνίδια και είναι πάρα πολύ τυχερός. Ενώ άμα σε λένε Νεκτάριο δεν είσαι και πολύ τυχερός, γιατί κανένας δεν ξέρει πότε γιορτάζουν οι Νεκτάριοι. Κάποτε πρέπει να γιορτάζουν οι Νεκτάριοι, γιατί
ένα παιδί που το λένε Νεκτάριο μού είπε ότι κάποτε γιορτάζουν ακόμα και οι Νεκτάριοι, αλλά επειδή κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν ξέρει πότε γιορτάζουν οι Νεκτάριοι, αυτό το παιδί είναι πολύ στενοχωρημένο και τρέχουν και οι μύξες του.
 
Η 28η Οκτωβρίου είναι μια πάρα πολύ σπουδαία μέρα άμα πέφτει Δευτέρα, γιατί έχουμε τριήμερο και πάμε εκδρομή στο χωριό του μπαμπά μου. Εκτός αν δεν πάμε, γιατί η μαμά μου δεν χωνεύει τη μαμά του μπαμπά μου, ενώ χωνεύει πάρα
πολύ τη δική της μαμά που δεν τη χωνεύει ο μπαμπάς μου, οπότε μπορεί να μείνουμε και σπίτι.

Εμείς τα παιδιά είμαστε πάρα πολύ περήφανα που έχουμε την 28η Οκτωβρίου. Γιατί πριν γίνει η 28η Οκτωβρίου, είχανε να γιορτάζουνε μόνο την 25η Μαρτίου. Την 28η Οκτωβρίου πηγαίνανε σχολείο κανονικά γιατί δεν υπήρχε 28η Οκτωβρίου. Δηλαδή υπήρχε 28η Οκτωβρίου, αλλά κανένας δεν το έκανε θέμα γιατί δεν είχανε μπει οι Γερμανοί. Έπρεπε πρώτα να μπουν οι Γερμανοί και μετά να γίνει μια μέρα της προκοπής.

Εγώ είμαι πολύ περήφανη Ελληνοπούλα. Νιώθω ένα ρίγος. Και μόλις το είπα στη μαμά μου μού έβαλε θερμόμετρο και είχα 37,4 και μου έδωσε σιρόπι και μου πέρασε το ρίγος. Η γιαγιά μου νιώθει ένα ρίγος από μόνη της, γιατί εκείνη
την έζησε την 28η Οκτωβρίου και πρέπει να την πέρασε πάρα πολύ ωραία.

Η κυρία Χρυσάνθη, η δασκάλα μας, μας είπε ότι την 28η Οκτωβρίου ήρθε ο Ιταλός πρέσβης στο σπίτι του Ιωάννη Μεταξά, νύχτα, χωρίς να τηλεφωνήσει πρώτα και τον ρώτησε αν μπορούν να πάρουνε την Ελλάδα και να την έχουνε για
δικιά τους σ' όλη του τη ζωή. Και ο Ιωάννης Μεταξάς τσαντίστηκε που τον ξυπνήσανε και είπε «ΟΧΙ». Κι αυτό το «ΟΧΙ» το είπε πολύ ηρωικά γι' αυτό κι εμείς το λέμε «το ηρωικό ΟΧΙ».

Κι εμένα όταν ήρθε η Χαρούλα σπίτι μου, μου ζήτησε όλες μου τις Μπάρμπι και τη Σίντι αστροναύτη, της είπα ηρωικά «ΟΧΙ» γιατί δεν είναι καθόλου ευγενικό αυτό που έκανε ο Ιταλός πρέσβης και η Χαρούλα. ?μα θέλεις να χαρίσεις κάτι
το κάνεις από μόνος σου. Κι ο κύριος Μεταξάς δεν ήθελε να χαρίσει την Ελλάδα ούτε εγώ τη Σίντι αστροναύτη.

Και μετά τους πολεμήσαμε τους Ιταλούς. Δηλαδή, εγώ δεν τους πολέμησα γιατί δεν είχα γεννηθεί ακόμα. Ούτε ο 
μπαμπάς ούτε η μαμά. Η μαμά δεν ξέρω πότε γεννήθηκε γιατί όποτε τη ρωτάω «μαμά, πόσων χρόνων είσαι;» μου απαντάει
«μήπως είδες το Βετέξ της κουζίνας;».

Και μετά πέρασε η 28η Οκτωβρίου και μπήκανε άλλοι μήνες άσχετοι και διώξαμε τους Ιταλούς και μπήκανε οι Τούρκοι. Όχι, λάθος, Θάνο, μου δίνεις τη γόμα σου; Μπήκανε οι Γερμανοί. Μπήκανε οι Γερμανοί και η γιαγιά μου έκλεισε τα
παντζούρια για να μην τους βλέπει και τους έβλεπε κρυφά από τις γρίλιες και την έπιασε η μαμά της και την έδειρε. Κι άλλοι άνθρωποι κλείσανε τα παντζούρια γιατί τους σιχαίνονταν. Κι εγώ σιχαίνομαι το γάλα άμα κάνει πέτσα.

Και όλοι οι Γερμανοί ήτανε χάλια, αλλά ο πιο χάλια απ' όλους ήτανε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Αυτός ήτανε από μητέρα Πατρινιά, πατέρα Γερμανό και το μικρό του όνομα ήταν «Παλαιών» και δεν ξέρω πότε γιορτάζει ούτε αν του φέρνανε δώρα. Αυτός πήγαινε μπροστά μπροστά και είχε μια ελληνική
σημαία και την έσκισε και την πέταξε και την πάτησε και την έφτυσε. Και μετά πήρε μια γερμανικιά, πιο σιδερωμένη και μετά πήγε στην Ακρόπολη και την έβαλε στην Ακρόπολη. Και ένα παιδί θύμωσε πάρα πολύ και πήγε με ένα φίλο του και την έβγαλε και την πέταξε στο κεφάλι ενός περαστικού. Και τον
φίλο του τον λέγανε Σάντσο και το παιδί Απόστολο Γκλέτσο και μετά επειδή ήτανε τόσο γενναίος, οι άνθρωποι θέλανε να τον κάνουνε υπερνομάρχη, αλλά κάνανε μια κυρία Φώφη.

Και μετά δεν ήτανε πια 28η Οκτωβρίου και όλοι πεινάγανε και τρώγανε γάτες. Εμείς έχουμε μια γάτα τη Λουλού, αλλά δεν την τρώμε γιατί την αγαπάμε, αλλά γιατί είναι πολύ νευρικιά και τη φοβόμαστε. Κι εκτός από γάτες σκοτώσανε
και τον αδελφό της γιαγιάς μου πάνω σε ένα βουνό που νομίζω ότι ήτανε ο Παρνασσός χωρίς τις πίστες. Και μετά περάσανε τα χρόνια και οι Γερμανοί δεν θυμάμαι πώς φύγανε. Ή τους διώξαμε ή μας βαρέθηκαν.

Και τότε όλοι οι Έλληνες βγήκανε έξω και φιλιόντουσαν κι εμένα δεν μου αρέσει να με φιλάνε οι φίλες της μαμάς μου γιατί έχουνε σάλια. Αλλά εκείνη η μέρα ήτανε πολύ σπουδαία και δεν τους ένοιαζε τους ηρωικούς Έλληνες που σαλιώνανε ο ένας τον άλλον.

Και τώρα, από τη χαρά μας βάζουμε την ελληνική σημαία στο μπαλκόνι. Όμως εμείς δεν βάζουμε την ελληνική σημαία, γιατί όταν μετακομίσαμε τη χάσαμε.
Και κάθε 28 Οκτωβρίου ντρεπόμαστε πάρα πολύ, αλλά τον υπόλοιπο χρόνο το ξεχνάμε και δεν πάμε να αγοράσουμε μια καινούργια. Αυτά και ελπίζω να μην ξανάρθουν οι Γερμανοί. Ελπίζω επίσης η έκθεση να είναι τρεις σελίδες και ελπίζω μετά να πάμε στο Βίλατζ Σέντερ, γιατί δεν έχω δει ακόμα το Σκούμπι Ντου.

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου!