Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Οι απογραφές του Χιλμή Πασά

Οι απογραφές του Χιλμή Πασά1
η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας στις 
αρχές
 του 20ου αιώνα


Του Δημήτρη Λιθοξόου
Το μακεδονικό υπήρξε για αρκετές δεκαετίες οξύ πολιτικό ζήτημα για τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και τα βαλκανικά κράτη, μια ιδιαίτερη φάση του ανατολικού ζητήματος 2

Αυτός που στάθηκε προσεκτικά στο μακεδονικό ζήτημα, χωρίς να χάσει την ιστορική του διάσταση, θα συμφωνήσει πως η προσπάθεια ανασύνθεσης της εικόνας που παρουσιάζει το θρησκευτικό, γλωσσικό και εθνικό μωσαϊκό της Μακεδονίας τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Τουλάχιστον στο μικρό επίπεδο του καζά ή του χωριού (πολύ περισσότερο).3


Υπάρχουν αφετηριακά δύο εμπόδια γι’ αυτόν που θα το επιχειρήσει. Το πρώτο έχει να κάνει με τα όρια που θέτει στον εαυτό του η δική του εθνική συνείδηση στην προσέγγιση του προβλήματος. Η εθνική αντίληψη, από όποια πλευρά των συνόρων κι αν βρίσκεται ο συγγραφέας, είναι κατά κανόνας ένας κακός σύμβουλος. Οδηγεί εύκολα στην αυθαίρετη ερμηνεία, στην απόκρυψη δεδομένων, στη διαστρέβλωση γεγονότων. Το δεύτερο είναι το μη ευκρινές συνήθως αληθών και ψευδών πληροφοριών. Η αποκωδικοποίηση, η ανάγνωση των στοιχείων, η επιλογή και η απόρριψη, παρουσιάζει συχνά ιδιαίτερες δυσκολίες.

Η ανίχνευση της αλήθειας είναι ωστόσο μόνο η μια πλευρά του θέματος. Το ψεύδος της προπαγάνδας, το γράψιμο της ιστορίας με γνώμονα το κρατικό συμφέρον, από τη στιγμή που γίνεται κυρίαρχη άποψη και διαμορφώνει την κοινή γνώμη, έχει μια αυτόνομη δύναμη, τη δύναμη της ιδεολογίας. Οι ιδεολογικές ψηφίδες που συνθέτουν τον εθνικό μύθο διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται μέσα στο χρόνο ανάλογα με τις ανάγκες και τις σκοπιμότητες. Είναι η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, το επίπεδο των κρατικών σχέσεων με τους γείτονες, που οδηγούν στη γέννηση των νέων ή στην ανακύκλωση κάποιων παλιών υλικών για την αναδόμηση του εθνικού μύθου.


Ενδιαφέρει λοιπόν καθεαυτή η ιδεολογική ψηφίδα, ανεξάρτητα από την προσπάθεια καταγραφής της αλήθειας. Γίνονται εξίσου υλικά με τις βιοποριστικές ανάγκες τα ιδεολογικά κίνητρα που ωθούν τα ανθρώπινα σύνολα να δράσουν ή που τα καθιστούν αδρανή.
Θεωρείται ο εθνικός μύθος ως συλλογικό προϊόν που μέσα στο πέρασμα του χρόνου ξαναγράφεται και μεταμορφώνεται. Χωρίς να σημαίνει ότι είναι πολλοί οι συγγραφείς – δημιουργοί. Οι περισσότεροι, παρά τις φιλοδοξίες τους, λειτουργούν όπως η αναγκαία για την εμπέδωση επανάληψη. Μερικοί δεν δικαιούνται ούτε αυτόν το χαρακτηρισμό. Τα έργα τους ανεπίκαιρα και πολιτικά ανενεργά, μοιάζουν με απολιθώματα, δημιουργήματα μικρόνοων φανατικών.

Των επιδέξιων εκείνων κατασκευαστών των ιδεολογικών υλικών, των πρώτων χρονικά, αλλά και των απλών αντιγραφέων, καθώς και των μετά πολλά έτη γραφικών δογματικών, η παρουσίαση μας ενδιαφέρει. Κι ακόμα η αξιολόγηση, η υπογράμμιση της συμβολής ενός εκάστου, το έτος δημοσίευσης σε σχέση με την πολιτική κατάσταση, την εξωτερική πολιτική και το εσωτερικό μέτωπο.
Η γεωγραφική Μακεδονία βρέθηκε για αιώνες υπό κοινή διοίκηση. Περνώντας διαδοχικά στην κυριαρχία Βυζαντινών, Βουλγάρων, Σέρβων, Φράγκων και Οθωμανών, δεν είχε γνωρίσει σύνορα στο εσωτερικό της. Αποτελούσε τμήμα ενός ιστορικού χώρου όπου κυκλοφορούσαν ελεύθερα λαοί, εμπορεύματα και ιδέες. Διαφορετικές θρησκείες, γλώσσες και πολιτισμοί συνυπήρχαν στα ίδια εδάφη.
Πριν την ανάπτυξη και τη σύγκρουση των εθνικισμών στα Βαλκάνια, η βασική διάκριση ήταν εκείνη του χριστιανισμού και του ισλάμ. 4 Η διάκριση αυτή ήταν θεμελιωμένη στο “ιερό βιβλίο”. Οι απογραφές της Πύλης, τελούμενες για στρατιωτικούς και φορολογικούς λόγους, είχαν ως βάση το θρήσκευμα. Η μητρική γλώσσα δεν απογράφεται.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Μακεδονία διοικητικά ήταν χωρισμένη στα βιλαέτια Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων ή Κοσόβου. Οι ειδήσεις για τη γλώσσα των κατοίκων αυτών των επαρχιών προέρχονταν από περιηγητικά κείμενα, “εθνολογικές” μελέτες, δημοσιογραφικές αποστολές, εκτιμήσεις προξένων ή κληρικών. Οι λαοί της Μακεδονίας είχαν για μητρική τους γλώσσα τα μακεδόνικα, 5 τα τούρκικα, τα ρωμαίικα, τα αλβανικά, τα βλάχικα, τα ισπανοεβραίικα και τα τσερκέζικα. Όσοι ασχολούνταν με το εμπόριο ή είχαν σχέσεις με τη διοίκηση, ήταν δίγλωσσοι ή και πολύγλωσσοι. Ο συνδυασμός θρησκείας και γλώσσας σχημάτιζε μια εικόνα ακόμα πιο περίπλοκη: Μακεδόνες χριστιανοί (εξαρχικοί, πατριαρχικοί ελληνίζοντες ή σερβίζοντες, ουνίτες, προτεστάντες) και μουσουλμάνοι. Τούρκοι μουσουλμάνοι και χριστιανοί. Αλβανοί μουσουλμάνοι και χριστιανοί (πατριαρχικοί αλλά και αλβανίζοντες). Βλάχοι χριστιανοί (πατριαρχικοί και ρουμανίζοντες) και μουσουλμάνοι. Εβραίοι ισπανόφωνοι αλλά και ισπανόφωνοι μουσουλμάνοι (ντονμέδες, πρώην Εβραίοι). Τσερκέζοι μουσουλμάνοι. Τσιγγάνοι χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Ρωμιοί πατριαρχικοί και μουσουλμάνοι (Βαλαάδες).
Τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, κυρίως της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Μεγάλης Βρετανίας, συναρτούν τη λύση του μακεδονικού με τη συνολική έκβαση του ανατολικού ζητήματος. Τα βαλκανικά κράτη θέτουν το αίτημα του κατακερματισμού των εδαφών στα κράτη κληρονόμους του μεγάλου ασθενούς. Κάθε πλευρά διεκδικεί γι’ αυτήν τα μέγιστα. Ο σχεδιασμός των νέων συνόρων και των σφαιρών επιρροής έχει αρχίσει. Οι ιδιωτικές στατιστικές αυτής της περιόδου, παραγγελία επί το πλείστον των αντιμαχομένων παρατάξεων σε δυτικοευρωπαίους ή βαλκάνιους “μακεδονολόγους”, στηρίζονται σε κατασκευασμένες πληροφορίες, εξυπηρετούν εθνικές προπαγάνδες και κρατικά συμφέροντα. Είναι όπλα ιδεολογικού πολέμου και όχι επιστημονικές εργασίες.6
Την τελευταία περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία πραγματοποιούνται απογραφές του πληθυσμού. Χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων είναι ότι δεν πληρούν τα αυστηρά κριτήρια μιας απογραφής. Έχουν περισσότερο το χαρακτήρα κρατικών στατιστικών. Σε κάθε πάντως περίπτωση οι πληροφορίες που παρέχουν βρίσκονται πλησιέστερα στην πραγματικότητα απ’ ότι οι στατιστικές των αντιμαχόμενων εθνικών πλευρών. Η οθωμανική διοίκηση γνωρίζει τους αριθμούς των υπηκόων της κατά θρησκεία και γλώσσα. Ανακοινώνει όμως τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα κάνοντας διάκριση μόνο κατά θρησκευτική κοινότητα (millet). Αυτή η διάκριση είναι σύμφωνη με τη δομή και την παράδοση της αυτοκρατορίας.
Τα απογραφικά στοιχεία στο βιβλίο του Brancoff

Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η απογραφή / στατιστική του πληθυσμού της Μακεδονίας που δημοσιεύεται στις 20 Δεκεμβρίου 1904 στην τουρκική εφημερίδα ASIR7(Αιώνας) της Θεσσαλονίκης και συντάχθηκε με διαταγή του γενικού επιθεωρητή των ευρωπαϊκών βιλαετίων Χιλμή Χουσεΐν Πασά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του οθωμανικού κράτους. Σε αυτήν ο χριστιανικός πληθυσμός διακρίνεται όχι μόνο κατά το δόγμα αλλά και κατά τη γλώσσα. Αυτός ακριβώς ο λόγος της προσδίδει ιδιαίτερη αξία.8
Η απογραφή / στατιστική αυτή9 παρουσιάζεται στον επόμενο πίνακα. Αφορά το σύνολο του πληθυσμού και των τριών βιλαετίων της Μακεδονίας. Η ορολογία της πρώτης στήλης είναι δική μου. Η δεύτερη στήλη είναι οι αριθμοί που δημοσιεύτηκαν στην ASIR. Η τρίτη και η τέταρτη στήλη δημιουργούνται από μένα και ομαδοποιούν αντίστοιχα το σύνολο των ρωμιοφώνων και μακεδονοφώνων πιστών στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (για να υπάρχει συγκρίσιμο μέγεθος με άλλες απογραφές / στατιστικές της εποχής) και τον αριθμό των χριστιανών Μακεδόνων (πολιτισμικά – γλωσσικά). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην απογραφή / στατιστική δεν υπάρχουν δεδομένα για τους Εβραίους, τους χριστιανούς Αλβανούς, τους Τσιγγάνους και τους χριστιανούς Τούρκους. Τέλος πατριαρχικοί και ρουμανίζοντες Βλάχοι απογράφονται μαζί.

μουσουλμάνοι
1.508.507


εξαρχικοί Μακεδόνες
575.534

997.213
σερβίζοντες Μακεδόνες
100.717

πατριαρχικοί Μακεδόνες
320.962
627.962
πατριαρχικοί Ρωμιοί
307.000

Βλάχοι
99.000


σύνολο
2.911.720



Το ιδιαίτερα ενοχλητικό στοιχείο, όχι για τόσο για το πατριαρχείο, όσο για το ελληνικό κράτος, ήταν εδώ ο μικρός αριθμός των χριστιανών Ρωμιών. Οι 307 χιλιάδες Ρωμιοί της Μακεδονίας (που μιλούσαν τη βόρεια διάλεκτο της ρωμαίικης γλώσσας) αποτελούσαν το 10,5 % του συνολικού πληθυσμού της Μακεδονίας.10 Αν συνυπολογιστεί μάλιστα ότι ο πληθυσμός αυτός δεν ήταν διάσπαρτος αλλά συγκεντρωμένος όλος στα νοτιότερα εδάφη της Μακεδονίας, μπορεί κανείς να καταλάβει το σημαντικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε το ελληνικό κράτος όταν σχεδίαζε την κατάκτηση της Μακεδονίας. Οι πρώτοι που βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυτό το πρόβλημα ήταν οι έλληνες μακεδονομάχοι την περίοδο 1904 – 1908. Οι ελληνικές ένοπλες μισθοφορικές ομάδες βρέθηκαν να μάχονται σε ξένο τόπο.11
Στη συνέχεια δόθηκαν στη δημοσιότητα από το Χιλμή Πασά και άλλες απογραφές / στατιστικές, οι οποίες όμως διέκριναν τον πληθυσμό της Μακεδονίας μόνο κατά θρησκευτική κοινότητα.
Τα αποτελέσματα της δεύτερης απογραφής / στατιστικής12 δόθηκαν στη δημοσιότητα το Φεβρουάριο - Μάρτιο του 1905 και παρουσιάζονται στον επόμενο πίνακα:


βιλαέτι
Θεσσαλονίκης
βιλαέτι
Μοναστηρίου
βιλαέτι
Κοσόβου
σύνολο
μουσουλμάνοι
487.555
480.018
752.434
1.720.007
πατριαρχικοί
373.227
261.283
13.452
647.962
εξαρχικοί
207.317
178.412
17.2005
557.734
σερβίζοντες


167.601
167.601
ρουμανίζοντες

30.116

30.116
εβραίοι
48.270


48.270
σύνολο
1.116.369
949.829
1.105.492
3.171.690

Ακολούθησε η τρίτη απογραφή / στατιστική της οποίας τα αποτελέσματά της ανακοινώθηκαν το Μάρτιο του 1906. Σύμφωνα με αυτή, στο Βιλαέτι Μοναστηρίου υπήρχαν 480.018 μουσουλμάνοι, 261.283 πατριαρχικοί και 178.412 εξαρχικοί. Στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης 485 χιλιάδες μουσουλμάνοι, 290 χιλ. πατριαρχικοί, 220 χιλ. εξαρχικοί και 19.500 ρουμανίζοντες Βλάχοι.13
Τέταρτη είναι η απογραφή / στατιστική του 1907, σε μία διοικητικά μεταρρυθμισμένη Μακεδονία με αρκετά μικρότερη έκταση (απόσπαση βορειοδυτικών διαμερισμάτων).14
Ας δούμε τώρα πως στάθηκε η ελληνική πλευρά στα απογραφικά / στατιστικά δεδομένα του οθωμανικού κράτους για τον πληθυσμό της Μακεδονίας και κυρίως στον αριθμό των 307 χιλιάδων πατριαρχικών Ρωμιών.
Το περιοδικό ελληνισμος, στο τεύχος του Φεβρουαρίου του 1905, αγνοεί τον αριθμό των 307 χιλιάδων Ρωμιών και κάνει λόγο για 649 χιλιάδες Έλληνες, αριθμός που βρίσκεται κοντά στον αριθμό των 647.962 πατριαρχικών της δεύτερης απογραφής. Ο αριθμός των εξαρχικών (Βουλγάρων όπως τους ονομάζει) του βιλαετίου Θεσσαλονίκης, από 207.317 ανεβαίνουν (προφανώς από τυπογραφικό λάθος) σε 277.317.
Το λάθος του ελληνισμου αντιγράφει ο διευθυντής του περιοδικού και καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλής Καζάζης, στο βιβλίο του (Το μακεδονικόν πρόβλημα, Αθήναι 1907). Προσθέτει όμως και ένα νέο που αποκλείεται να είναι τυπογραφικό: οι Έλληνες (όπως ονομάζει το σύνολο των πατριαρχικών) από 647.962 στη δεύτερη απογραφή ανεβαίνουν στους 749.932.
Ο Ιωάννης Χοϊδάς (Η ιστορία της μακεδονικής υποθέσεως, Αθήναι 1908), σχολιάζει τις στατιστικές της εξαρχίας του ταγματάρχη Huber και του Σέρβου Gopčević, δεν αναφέρεται όμως στα οθωμανικά στοιχεία.
Το ίδιο έτος ο Λιάκος Νικολαΐδης, σε ένα ολιγοσέλιδο έργο του (Γλωσσικά, στατιστικά και εθνολογικά Μακεδονίας, Χανιά 1908) αγνοεί και αυτός τα επίσημα οθωμανικά στατιστικά δεδομένα και προχωρεί σε δικούς του υπολογισμούς: “Έχουμε γράφει να παρατάξωμεν ένα συμπαγή ελληνικόν εθνολογικόν όγκον εξ 720 χιλ. περίπου κατοίκων κατά 245 χιλ. σχισματικών (εξαρχικών)”.
Απλή μνεία στη δεύτερη απογραφή κάνει τον επόμενο χρόνο ο Ανδρέας Αρβανίτης (Η Μακεδονία εικονογραφημένη, Αθήναι 1909). Μάλλον από αβλεψία ο αριθμός των εξαρχικών μειώνεται από 557.734 σε 547.743. Άγνωστο όμως είναι που βρήκε τον ακριβή αριθμό των 677.987 για τους Έλληνες.
Το 1910 το ελληνικό υπουργείο Στρατιωτικών τυπώνει μία Στατιστική του βιλαετίου Θεσσαλονίκης. Όπως φαίνεται, στο υπόμνημα στην αρχή του βιβλίου, συντάκτης είναι ο λοχαγός πεζικού Γεώργιος Μαστραπάς. Γράφει λοιπόν ο τελευταίος, τον Ιούνιο του 1909: “Η παρούσα στατιστική του Βιλαετίου Θεσσαλονίκης συνετάχθη επί τη βάσει της τελευταίας επισήμου Τουρκικής τοιαύτης (της εν λόγω στατιστικής κατέχω επίσημον αντίγραφον), ήτις ανεξαρτήτως των ανακριβειών αυτής, προερχομένων εκ του τρόπου καθ’ ον διενεργείται η απογραφή των κατοίκων εν Τουρκία, είναι η ακριβεστέρα οιασδήποτε άλλης”.
Στα συγκεντρωτικά αποτελέσματα του βιλαετίου, ο Μαστραπάς δίνει πληθυσμό 1.072.933 άτομα εντοπίους και 59.525 ξένους. Οι εντόπιοι χωρίζονται σε 482.494 Οθωμανούς, 285.085 Ορθόδοξους, 20.033 Βλάχους, 223.535 Εξαρχικούς, 50.729 Εβραίους, 6.726 χριστιανούς Αθίγγανους και 4.331 διάφορους άλλους.
Ο Αλμάζ ή Αλέξανδρος Μαζαράκης (Αι ιστορικαί περιπέτειαι της Μακεδονίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Αθήναι 1912) γράφει πως τα οθωμανικά στοιχεία μπορούν να θεωρηθούν “ως η μάλλον ασφαλής βάσις προς εκτίμησιν του αριθμού των εν Μακεδονία κατοίκων”, δεν παραθέτει ωστόσο τα κρίσιμα νούμερα.
Το βιβλίο του Μαζαράκη είναι το τελευταίο που τυπώνεται ενώ η Μακεδονία τελεί υπό οθωμανική διοίκηση. Ακολουθούν οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο κατακερματισμός της Μακεδονίας. Τα έργα που συναντάμε τώρα στην ελληνική βιβλιογραφία δεν έχουν το χαρακτήρα των εθνικών διεκδικήσεων αλλά της ιστορικής δικαίωσης. Τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς αποσκοπούν να εδραιώσουν την προσάρτηση των νέων επαρχιών.
Το 1919 κυκλοφορεί στο Παρίσι το βιβλίο του Β. Κολοκοτρώνη (V. Colocotronis, La Macédoine et l'Hellénisme). Ο συγγραφέας αναφέρεται σε απογραφή του Χιλμή, αλλά όχι στον αριθμό των ελληνοφώνων. Δίνει επίσης για τα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου τον αριθμό των 521.300 πατριαρχικών και των 288.750 εξαρχικών.
Το 1923 κυκλοφορεί ένα ογκώδες σύγγραμμα του Κλεάνθη Νικολαΐδη (Ιστορία του Ελληνισμού με κέντρο και βάσιν την Μακεδονίαν). Εδώ εμφανίζεται “μια οθωμανική απογραφή του 1905”. Για τα βιλαέτια Μοναστηρίου – Θεσσαλονίκης συν το σαντζάκι Σκοπίων ο Νικολαΐδης εμφανίζει πληθυσμό: 751.798 Μουσουλμάνων, 655.745 Πατριαρχικών, 332.162 Εξαρχικών, 12.053 Ρουμανοβλάχων, 22.878 Σερβιζόντων, 2.484 Ουνιτών, 54.717 Εβραίων, 13.119 χριστιανών Τσιγγάνων και 5.474 διαφόρων άλλων.
Το 1925 τυπώνεται στην Αθήνα το βιβλίο του Αλεξάνδρου Πάλλη (Στατιστική μελέτη περί των φυλετικών μεταναστεύσεων Μακεδονίας και Θράκης κατά την περίοδο 1912 – 1924). Ο Πάλλης αντί για τα οθωμανικά στοιχεία χρησιμοποιεί ως βάση εκκίνησης για τους υπολογισμούς τους τη χαλκευμένη στατιστική της ελληνικής πρεσβείας που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα le temps στις 27/12/1904.
Το 1931 οι Μ. Μαυρογορδάτος και Αχ. Χαμουδόπουλος στο έργο τους για τη Μακεδονία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη (Η Μακεδονία – μελέτη δημογραφική και οικονομική) παραπέμπουν στις στατιστικές πληροφορίες του λοχαγού Μαστραπά.
Το 1931 ο τότε υφηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Βλάχος στο βιβλίο του για το μακεδονικό (Το μακεδονικόν ως φάσις του ανατολικού ζητήματος), επανέρχεται στα στοιχεία της απογραφής της ASIR, τα οποία όμως παρουσιάζει ομαδοποιώντας τα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκρύψει τη διάκριση κατά γλώσσα: 1.498.507 μουσουλμάνοι, 627.452 “Έλληνες” (: πατριαρχικοί), 575.594 “Βούλγαροι” (: εξαρχικοί), 199.717 “Σέρβοι και Βλάχοι” (σερβίζοντες και Βλάχοι).
Μεταξύ 1936 και 1941 το μακεδονικό ζήτημα απουσιάζει από την ελληνική βιβλιογραφία. Το 1942 θα τυπωθούν στη Θεσσαλονίκη τα βιβλία του Κ. Σνωκ (Μακεδονία – Θράκη) και Αθ. Χρυσοχόου (Οι βόρειες επαρχίες της Ελλάδος και οι βουλγαρικές βλέψεις). Η μεγάλη έκρηξη σε έκδοση έργων για το μακεδονικό πραγματοποιείται μεταξύ 1944 και 1955, δηλαδή πριν, κατά τη διάρκεια, και λίγο μετά τον εμφύλιο και τη συμμετοχή σε αυτόν των Μακεδόνων ως συμμάχων του ΚΚΕ. Το σύνολο της τότε παραγωγής σε τίτλους ξεπερνά τους 150.15
Είναι η περίοδος όπου τα απογραφικά οθωμανικά δεδομένα του παρελθόντος σχεδόν θα αγνοηθούν. Μέσα σε ένα καθεστώς εθνικιστικής υστερίας οι έλληνες ιστορικοί δεν τρέφουν μόνο τον εθνικό μύθο, τρέφονται και από αυτόν.
1 Μια πρώτη μορφή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε με τον τίτλο “Μακεδονικό – ζητήματα ιδεολογίας: η απογραφή του Χιλμή Πασά και οι περιπέτειές της στην ελληνική βιβλιογραφία (1905 – 1935)” στο περιοδικό ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ, τεύχος 21 (χειμώνας 1988 – 1989). Προκάλεσε οξεία αντιπαράθεση ανάμεσα σε μένα και τα υπόλοιπα μέρη της σύνταξης του περιοδικού, τα οποία και θεώρησαν το κείμενο “ανθελληνικό”. Ταυτόχρονα με τη δημοσίευσή του αποχώρησα από τη συντακτική επιτροπή. Για δεύτερη φορά δέχτηκε σφοδρή κριτική (αυτή τη φορά δημόσια) εφτά χρόνια μετά, από τον ιστορικό Βασίλη Γούναρη (του ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ και μέλους του ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΡΕΥΝΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ). Βλ. Ο Χιλμής Πασάς και τα μειονοτικά ζητήματα – κριτική των απόψεων του Δημ. Λιθοξόου, όπως διατυπώνονται στο βιβλίο του Μειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα, περιοδικό ΑΝΤΙ, 572 (3/2/1995). Στα σημεία της κριτικής θα επανέλθουμε στη συνέχεια.
2 Σύμφωνα με τον καθηγητή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Λάσκαρι, ως ανατολικό ζήτημα δύναται να ορισθεί “το πρόβλημα της πληρώσεως του κενού του δημιουργουμένου δια της βαθμιαίας υποχωρήσεως της τουρκικής αυτοκρατορίας εν Ευρώπη”. Βλ. Μ. Θ. Λάσκαρι, Το ανατολικόν ζήτημα 1800 – 1923, επανέκδοση ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 12.
3 Οι αναφορές στη μητρική γλώσσα των κατοίκων των μη ρωμαίικων χωριών της Ελλάδας, συγκεκριμένα και αναλυτικά, αποτελεί πράξη ενοχλητική για το έθνος. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι των παρατηρητών και ερευνητών των μειονοτήτων της χώρας, αποφεύγουν συστηματικά να το πράξουν.
4 “Στην οθωμανική αυτοκρατορία υπάρχουν θρησκευτικά μιλέτια. Τα δύο σημαντικότερα είναι το μιλέτι των σουνιτών μουσουλμάνων υπό την ηγεσία του σεϊχουλισλάμη και το ορθόδοξο μιλέτι με ποιμένα τον οικουμενικό πατριάρχη. Ο τελευταίος ως «αρχηγός του περηφανούς γένους των Ρωμαίων» διατηρεί το βυζαντινό σύμβολο του δικέφαλου αετού, τους τίτλους του «αυθέντη και δεσπότη» και όλα τα προνόμια των προκατόχων του. Οι επίσκοποι απαλλάσσονται κάθε φορολογίας και θεωρούνται μέλη της άρχουσας τάξης. Διαθέτουν δικαστική εξουσία σε ζητήματα γάμου, υιοθεσίας, κληρονομιάς και διαζυγίου που αφορούν το ποίμνιο τους. Στα χέρια τους βρίσκεται επίσης η παιδεία των χριστιανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας. Το ελληνορθόδοξο πνεύμα διατηρείται και αναπαράγεται μέσω ενός εκπαιδευτικού συστήματος που εξαπλώνεται σε όλη την επικράτεια και ελέγχεται από τον πατριάρχη.
Ο ισλαμισμός σαν θρησκεία, πολύ περισσότερο από τον χριστιανισμό, σημαδεύει το σύνολο της κοινωνικής και προσωπικής ζωής. Καθορίζει με λεπτομέρειες το δέον γενέσθαι. Για τους μουσουλμάνους το κοράνι δεν είναι μόνο η θεία αποκάλυψη. Μαζί με τη σούνα (το σώμα των παραδόσεων για τα έργα και τη διδασκαλία του προφήτη) αποτελούν τη βάση κάθε δικαίου. Το κοράνι είναι ο ποινικός και πολιτικός κώδικας, ο οδηγός υγιεινής και καλής συμπεριφοράς, το δίκαιο του πολέμου και της ειρήνης. Για παράδειγμα ορίζει με λεπτομέρειες ό,τι αφορά τη διαθήκη, το γάμο, το διαζύγιο, την προίκα, την κηδεμονία, τον τόκο, την τύχη των ορφανών και της περιουσίας τους, την πορνεία, την μοιχεία, την παιδεραστία, τη συμπεριφορά των γυναικών, την ενδυμασία τους, την τιμωρία τους, την ελεημοσύνη, τη φιλαργυρία, τη σχέση κυρίου και υπηρέτη, την εκδίκηση κλπ. Ο σουλτάνος είναι ο αντιπρόσωπος του θεού επί της γης. Στο πρόσωπο του συνυπάρχει ο πολιτικός αρχηγός και ο μεγάλος αρχιερέας. Η ερμηνεία και η εφαρμογή του ιερού νόμου (του σεριάτ) είναι υπόθεση των ανθρώπων της γνώσης (των ουλεμάδων). Αυτοί σαν εκπαιδευτικοί (μιντερίς), νομοθέτες (μουφτήδες) και δικαστές (καδήδες) είναι οι θεματοφύλακες του σουνιτισμού”. Βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Αλβανία, από την οθωμανική διοίκηση στο εθνικό κράτος 1880 – 1922, περιοδικό ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, 48 (Αύγουστος 1990), σελ. 60 – 61.
5 Στη Θράκη η γλώσσα των σλαβόφωνων κατοίκων μπορεί να χαρακτηριστεί βουλγαρική. Την εποχή εκείνη πάντως οι Μακεδόνες σημειώνονται στις περισσότερες πηγές ως βουλγαρόφωνοι.
6 Παρ’ όλα αυτά μπορούν, λαμβάνοντας υπ’ όψη κάποια δεδομένα, να χρησιμοποιηθούν. Για παράδειγμα στο βιβλίο του γραμματέα του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου Αθανασίου Χαλκιόπουλου (Η Μακεδονία – εθνολογική στατιστική των βιλαετίων Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου, Αθήνα 1910), στα χωριά όπου οι κάτοικοι αναφέρονται ως “ορθόδοξοι Έλληνες τρομοκρατούμενοι” μπορεί αυτό να ερμηνευτεί ως εξαρχικοί Μακεδόνες.
7 Στη βιβλιογραφία η εφημερίδα ASIR αναφέρετε και ως HASSIR ή ASR ή ASSYR.
8 Τα στοιχεία της, παρουσιάζονται από το D. M. Brancoff (La Macédoine et sa populationchrétienneParis, 1905, σελ. 267).
9 Ο Fikret Adanır, (Die Makedonische Frage. Ihre Entstehung und Entwicklung bis 1908, Wiesbaden 1979) τη χαρακτηρίζει “επίσημη απογραφήΒλ. Vemund Aarbakke (Ethnic rivalry and the quest for Macedonia, 1992, σελ. 15).
10 Ο μακεδονολόγος Βασίλης Γούναρης, που υπερασπίζεται τον περί Μακεδονίας ελληνικό εθνικό μύθο, έχασε προφανώς την ψυχραιμία του για την ανάδειξη αυτού του αριθμού που υπάρχει στην ASIR. Στην προαναφερόμενη κριτική – λίβελο στο ANTI, αφού με χαρακτηρίζει (μεταξύ άλλων) ως ένα ακόμα ερασιτέχνη που “υπερασπίζεται εθνικούς μύθους, βορείας όμως και όχι εντοπίας προελεύσεως” και “οικοδόμο του σλαβομακεδονικού εθνικού μύθου”, φτάνει και στο μεγάλο "λάθος" μου. Υποστηρίζει δηλαδή πως τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στην ASIR (τα οποία σύμφωνα και με τον ίδιο ήταν επίσημα και “υποβλήθηκαν από τα ληξιαρχικά γραφεία των τριών βιλαετίων στον Χιλμή Πασά”), δεν είναι αξιόπιστη “απογραφή” αλλά μια απλή “στατιστική” του Χιλμή που έδωσε στη δημοσιότητα για να απαντήσει σε μία στατιστική που διοχέτευσε ο έλληνας πρεσβευτής Δεληγιάννης στην παρισινή εφημερίδα LE TEMPS (27/12/1904). Σύμφωνα με τον Γούναρη ούτε επίσης η απογραφή του Μαρτίου του 1905 είναι “η απογραφή του Χιλμή”. Η "πραγματική" απογραφή του Χιλμή ήταν αυτή που δίνει ο Kemal Karpat το 1985 στο βιβλίο του "Ottoman population 1830-1914". Ο Γούναρης δεν παρουσιάζει τα δεδομένα αυτής της απογραφής. O Karpat όμως δημοσιεύει τα στοιχεία της απογραφής της οθωμανικής αυτοκτρατορίας του 1906/1907. Πρόκειται για μια απογραφή πού έγινε σύμφωνα με το θρήσκευμα και όχι σύμφωνα με τη γλώσσα. Εκεί στις σελίδες 166-167, όπου βρίσκονται τα νούμερα για τα μακεδονικά βιλαέτια, αθροίζουμε ένα σύνολο 2.417.840 κατοίκων, που διακρίνονται σε 1.134.750 μουσουλμάνους, 563.476 πατριαρχικούς χριστιανούς, 625.616 εξαρχικούς χριστιανούς, 59.522 Εβραίους, 26.042 ρουμανίζοντες χριστιανούς Βλάχους, 6.840 Τσιγγάνους και 1.594 διάφορους άλλους.
Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει…
Το ερώτημα του αληθούς ή ψευδούς της οθωμανικής πληροφορίας για το 10,5 % (ή 307 χιλ.) του μεγέθους των χριστιανών Ρωμιών, ως προς το συνολικό πληθυσμό της Μακεδονίας πριν τους βαλκανικούς πολέμους, περιμένει την απάντηση του Γούναρη, αλλά και του Ιάκωβου Μιχαηλίδη (Μετακινήσεις σλαβοφώνων πληθυσμών 1912 – 1930, εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, Αθήνα 2003, σελ. 59) που αποδέχεται και αναπαράγει τον πρώτο. Ας σημειωθεί πως ο Τάσος Κωστόπουλος (Η απαγορευμένη γλώσσα – κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, έκδοση ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ, Αθήνα 2002, σελ. 24) επιβεβαιώνει εμμέσως την εγκυρότητα της πληροφορίας της ASIR, δημοσιεύοντας ανέκδοτη ελληνική στατιστική του 1903 προερχόμενη από την πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα με την οποία οι "ελληνόφωνοι", δηλαδή οι Ρωμιοί της Μακεδονίας ήταν 306.619.
11 Για περισσότερα βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας – Από το Ίλιντεν στη Ζαγκορίτσανη (1903 – 1905), δεύτερη έκδοση, ΜΠΑΤΑΒΙΑ, Θεσσαλονίκη 2006.
12 Δημοσιεύτηκε στην αυστριακή εφημερίδα POLITISCHE CORRESPONDENZ και αναδημοσιεύτηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες. Βλ. ΕΜΠΡΟΣ και ΣΚΡΙΠ της 7ης και 8ης Μαρτίου 1905.
13 Βλ. εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 5ης και 11ης Μαρτίου 1906.
14 Σε αυτήν αναφέρονται οι προαναφερόμενοι Vemund Aarbakke, Ιάκωβος Μιχαηλίδης και Fikret Adanır (La questione nazionale e la genesi e lo sviluppo del socialismo nell’ Impero Ottomano: il caso della Macedonia, 1994), δίνουν όμως διαφορετικά απογραφικά δεδομένα.
15 Η ύστερη φάση του ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα, που άρχισε το 1992 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, συνοδεύτηκε με τη δημοσίευση δεκάδων βιβλίων και εκατοντάδων άρθρων σε εφημερίδες και περιοδικά, που ξεκινώντας από την εθνική θέση της υπεράσπισης του ελληνικού κοπιράιτ στο όνομα Μακεδονία και τα συναφή παράγωγα, ανακύκλωσαν τις θέσεις των προγενέστερων ελλήνων συγγραφέων για τα ιστορικά πληθυσμιακά δεδομένα της Μακεδονίας.

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Τα φαντάσματα της Θεσσαλονίκης είναι ακόμα εδώ

Του Λέοντα Σαλτιέλ*



To ιστορικό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης, όπως ήταν μέχρι το 1942 που καταστράφηκε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας. Το νεκροταφείο είχε εγκατασταθεί εκεί από την αρχαιότητα και την παραμονή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετρούσε περίπου 500.000 τάφους σε μια έκταση 350.000 τετραγωνικών μέτρων, κάτι που το έκανε ίσως του μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο στην Ευρώπη και ίσως στον κόσμο. 

Σαν σήμερα, πριν από εβδομήντα πέντε χρόνια, κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας, άρχισε η καταστροφή του ιστορικού εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης, της δεύτερης σε μέγεθος πόλης της Ελλάδας. Το νεκροταφείο είχε εγκατασταθεί εκεί από την αρχαιότητα και την παραμονή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετρούσε περίπου 500.000 τάφους σε μια έκταση 350.000 τετραγωνικών μέτρων, κάτι που το έκανε ίσως του μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο στην Ευρώπη και ίσως στον κόσμο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, έγραψε ένας αυτόπτης μάρτυρας, «η εκτεταμένη νεκρόπολη, διάσπαρτη με κομμάτια μάρμαρο και μπάζα, έμοιαζε  με πόλη που είχε βομβαρδιστεί, ή καταστραφεί από έκρηξη ηφαιστείου». Σύμφωνα με μία έκθεση του προξένου των ΗΠΑ στην Ιστανμπούλ, «πρόσφατα θαμμένοι νεκροί ρίχτηκαν στα σκυλιά».

Αυτή η πράξη δεν ήταν καθαρά γερμανική πρωτοβουλία. Εκτός των άλλων, σήμερα μπορεί κανείς να επισκεφθεί εβραϊκά νεκροταφεία που βρίσκονται στο κέντρο του Βερολίνου. Η πρωτοβουλία προήλθε από τις τοπικές αρχές, οι οποίες από πολύ καιρό πριν είχαν προσπαθήσει να μετακινήσουν το νεκροταφείο από την θέση του, κοντά στο κέντρο της πόλης. «Και χρειαζόταν να έρθει η καταραμένη γερμανική κατοχή, που, με την συνεργασία της ειρωνείας της τύχης, αυτό το παλιό άλυτο πρόβλημα της Θεσσαλονίκης βρήκε την δραματική του λύση» όπως λέει ο Θεσσαλονικιός διανοούμενος Γεώργιος Βαφόπουλος. Στην θέση του σήμερα βρίσκεται το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Η καταστροφή του τραυμάτισε την εβραϊκή κοινότητα, η οποία εκείνη την εποχή  αποτελούσε το 25 τοις εκατό του πληθυσμού της πόλης. Εκρίζωσε τις συμβολικές ρίζες των Εβραίων κατοίκων από την πόλη που είχαν γεννηθεί. Υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της ιερόσυλης ισοπέδωσης των τάφων των προγόνων τους. Η καταστροφή παγίωσε την σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ των γερμανικών και των τοπικών αρχών, σε βαθμό που περιγράφηκε σαν ο «προάγγελος της ολοκληρωτικής καταστροφής ολόκληρης της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, του πιο πολυάριθμου κέντρου του εβραϊσμού της Ανατολής, που ακολούθησε σύντομα». Πράγματι, λίγους μήνες αργότερα ξεκίνησε η μεταφορά της μεγάλης πλειονότητας του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης, 46.000 ψυχών περίπου, στο στρατόπεδο εξόντωσης του Άουσβιτς-Μπιρκενάου.

Το 2014, κατά τα εγκαίνια του μνημείου για την κατεστραμμένη εβραϊκή νεκρόπολη στο χώρο του πανεπιστημίου, ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης δήλωσε ότι η πόλη «αισθάνεται ντροπή γι’ αυτήν την άδικη και ένοχη σιωπή» και την στάση των αρχών της πόλης εκείνης της εποχής. Ο τέως αντιπρύτανης του πανεπιστημίου, ο Ιωάννης Πάντης, τόνισε ότι, «σήμερα, εντούτοις, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ελεύθερο από σύνδρομα ενοχής, θεωρεί αυτό το παρελθόν, την ιστορία και την απώλεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, σαν κομμάτι και της δικής του ιστορίας επίσης».  Πράγματι, τα τελευταία χρόνια, έχει πραγματοποιηθεί μεγάλη πρόοδος στην πόλη σε σχέση με την μνήμη των Εβραίων, όπως φαίνεται από το σχέδιο δημιουργίας ενός Μουσείου του Ολοκαυτώματος, την επανίδρυση της πανεπιστημιακής έδρας εβραϊκών σπουδών, τις πολυεπίπεδες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες στα ελληνικά σχολεία και την ενσωμάτωση αυτής της ιστορίας στην σχολική ύλη, την ετήσια πορεία μνήμης και την τοποθέτηση μνημείων.

Παρ’ όλ’ αυτά, υπάρχουν ακόμα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά: Με την καταστροφή του νεκροταφείου, ο χώρος έγινε ένα τεράστιο λατομείο και τα υλικά του χρησιμοποιήθηκαν σαν οικοδομικό υλικό. Στον καθεδρικό ναό της Θεσσαλονίκης, τον ναό του Αγίου Δημητρίου,  μία από τις τουλάχιστον 17 εκκλησίες της πόλης για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν υλικά από το νεκροταφείο, μπορεί κανείς ακόμη να βρει μάρμαρα με εβραϊκές επιγραφές, από τα «500 κομμάτια μάρμαρο», τα οποία οι τότε υπεύθυνοι είχαν ζητήσει τον Οκτώβριο του 1943, για την «ανοικοδόμηση του ναού».

Το Βασιλικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης επιστρώθηκε το 1943 με «250 τετραγωνικά μέτρα πλακών 50 x 50 από μάρμαρα από τα πρώην εβραϊκά νεκροταφεία» σύμφωνα με την προσφορά του δήμου, τα οποία μπορεί ακόμη να δει κανείς σήμερα. Ο Βαφόπουλος διηγείται ότι ο Γερμανός αξιωματικός Μαξ Μέρτεν «χοροπηδούσε πάνω τους με τις μπότες του, λέγοντας ότι μπορούσε να ακούει τα τριξίματα από τα κόκκαλα των Εβραίων».

Η ιατρική σχολή του πανεπιστημίου, που  ιδρύθηκε το 1943, χρησιμοποιούσε ταφόπλακες σαν ανατομικά τραπέζια, «κατασκεύασε τρεις τάφρους από τσιμέντο και πήρε πτώματα από το νεκροταφείο που τα έβαλε μέσα για να κάνουν την πρακτική τους οι φοιτητές». Δυστυχώς, όσο και μακάβρια να είναι όλα αυτά τα γεγονότα, τέτοια παραδείγματα στην πόλη υπάρχουν πολλά και είναι ορατά μέχρι σήμερα.

Η ιεροσυλία νομιμοποιήθηκε από την εκτεταμένη χρήση των υλικών από τόσο πολλά ιδρύματα της πόλης και την εκκωφαντική σιωπή που ακολούθησε. Ο δήμαρχος και οι αρχές του πανεπιστημίου έκαναν ένα σημαντικό πρώτο βήμα – ομολογουμένως με μεγάλη καθυστέρηση. Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, στο όνομα της ιστορικής μνήμης και σε ένα πνεύμα σεβασμού, αδελφοσύνης και ανθρωπιάς, τα άλλα ιδρύματα έχουν την ευθύνη να βγάλουν αυτήν την ιστορία στην φόρα καθώς και την προέλευση των υλικών με τα οποία οικοδομήθηκαν.

*Ο Λέων Σαλτιέλ κατέχει Διδακτορικό στην σύγχρονη ελληνική ιστορία από το Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας και είναι μεταδιδακτορικός εταίρος στο Ινστιτούτο Ανώτερων Διεθνών και Αναπτυξιακών Σπουδών της Γενεύης με περισσότερα από 15 χρόνια πείρα σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, τα περισσότερα από τα οποία εργάστηκε με τους θεσμούς των Ηνωμένων Εθνών στην Γενεύη.

Δημοσιεύτηκε στον δικτυότοπο ekathimerini.com στις 6-12-2017.

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Οι Αλβανοί κάτοικοι της Αττικής (Αρβανίτες)

Εισαγωγικό σημείωμα
   Όποιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, πριν από την, αιματηρή για τους μετανάστες και αποβλακωτική και εξαχρειωτική για τους ντόπιους, επέλαση του εθνικισμού κατά την δεκαετία του 1990, θα θυμάται ότι οι πιο παλιοί κάτοικοι της Αττικής, δηλ. αυτοί που κατοικούσαν στον νομό (έξω από την Αθήνα) πριν από τον ερχομό των προσφύγων από την Μικρά Ασία, ήταν οι Αλβανοί, γνωστοί σαν Αρβανίτες. Όλες οι ιστορικές πηγές, όπως και όσα είδαμε οι παλιότεροι με τα ίδια μας τα μάτια, συμφωνούν ότι έξω από την Αθήνα, όλοι οι Έλληνες της Αττικής (εκτός των προσφύγων) ήταν στην πραγματικότητα Αλβανοί. Κατά την δεκαετία του 1960, μάλιστα, υπήρχαν στα χωριά της Αττικής αρκετοί γέροι που μιλούσαν ακόμα τα Αλβανικά, εξαιτίας του ότι οι γονείς τους τούς μίλαγαν Αλβανικά και όχι Ελληνικά, όπως, με την άμεση ή έμμεση βία, υποχρεώθηκαν να μιλάνε οι νεότεροι Αλβανοί της Αττικής (Αρβανίτες) στα παιδιά τους. Και δεν ντρεπόντουσαν για την εθνική καταγωγή τους, όπως τους επέβαλε να ντρέπονται σήμερα ο εθνικισμός, που τους επέβαλε επίσης να διαχωρίζονται εθνολογικά από τους Αλβανούς, που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα από την δεκαετία του 1990, και να ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Ένα χαρακτηριστικό για το ζήτημα μας τραγούδι της δεκαετίας του 1960 λέει «Καπετάνιο Αρβανίτη, καροτσέρη φουκαρά…» επιβεβαιώνοντας το γνωστό σε όλους γεγονός ότι οι Αλβανοί των γύρω από την Αττική νησιών, σαν την Ύδρα και της Σπέτσες (για να αναφέρουμε τα πιο διακεκριμένα κατά την νεότερη ιστορία), είχαν διακριθεί στην ναυτιλία. Και σε αυτούς τους Αλβανούς, όπως ο Μιαούλης, ο Τσαμαδός και η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, στηρίχτηκε η λεγόμενη Ελληνική Επανάσταση του 1821, τόσο από άποψη στόλου, όσο και από άποψη χρημάτων, γιατί ήταν πάμπλουτοι. Αυτοί οι Αλβανοί, δηλ. οι κάτοικοι της Αττικής και των νησιών, δεν είχαν καμιά εθνολογική διαφορά από τους Αλβανούς μουσουλμάνους, τους γνωστούς Τουρκαλβανούς, που αποτελούσαν τον στρατό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Ελλαδικό χώρο. Είχαν μόνο θρησκευτική.
   Επειδή, σήμερα, οι νέοι Αρβανίτες ελάχιστα ενδιαφέρονται για την αληθινή εθνική καταγωγή των προγόνων τους, και δεν παίρνουν με τις ντομάτες τους Χρυσαυγίτες και τους παπάδες που ανοίγουν γραφεία στα χωριά της Αττικής, κολακεύοντάς τους ότι είναι βιολογικοί (και όχι μόνο από εθνολογική άποψη) απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων («Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή»), ενώ αντίθετα βγάζουν έναν απίστευτο ρατσισμό απέναντι στους ομοεθνείς τους Αλβανούς, που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα από την δεκαετία του 1990, η αναδημοσίευση κειμένων, όπως το παρακάτω του διακεκριμένου ιστορικού της Αθήνας, Ακαδημαϊκού Δημήτριου Καμπούρογλου, (που αποτελεί υποκεφάλαιο του τρίτομου βιβλίου του «Ιστορία των Αθηνών», το οποίο ολοκληρώθηκε το 1896) είναι πάντα χρήσιμη και επίκαιρη. Ιδιαίτερα, επειδή, έργα σαν την «Ιστορία των Αθηνών» του Καμπούρογλου, επειδή περιέχουν αρκετές δυσάρεστες αλήθειες για τον Ελληνικό εθνικό μύθο, ενώ είναι γραμμένα στην νεκρή γλώσσα που επέβαλε στο παρελθόν το Ελληνικό κράτος, την καθαρεύουσα, δεν μεταφράζονται  και έτσι δεν διαβάζονται από τους νέους. Εμείς μεταφράσαμε το υποκεφάλαιο «Χωριάτες» του τρίτου τόμου της παραπάνω ιστορίας, από όπου μαθαίνουμε την αλήθεια για τους παλιότερους κατοίκους της Αττικής, πριν, ακόμα και τα ονόματα των χωριών τους, όπως Χαρβάτι, Λιόπεσι, Μπραχάμη, Μαγκουφάνα, Χασάνι, Λιόσια, Χασιά, Μενίδι, Μπουγιάτι κλπ., πέσουν κι αυτά θύματα της επέλασης του εθνικισμού που τα άλλαξε σε Παλλήνη, Παιανία, Αγιος Δημήτριος, Πεύκη, Ελληνικό, Ίλιον, Φυλή, Αχαρνές, Άγιος Στέφανος κλπ. Όπως έκανε τα ονόματα των Ελλήνων να συμφωνούν με αυτά που είναι γραμμένα στις αστυνομικές τους ταυτότητες, και όχι όπως τα έλεγε μέχρι το 1990 ο κόσμος, με συνέπεια οι Κώστηδες να γίνουν Κωνσταντίνοι, οι Αλέκοι Αλέξανδροι, οι Φίλιππες Φίλιπποι, οι Τέληδες Αριστοτέληδες, οι Μίμηδες και οι Μήτσοι Δημήτρηδες, οι Τασίες Αναστασίες, οι Πόπες Καλλιόπες, οι Σούλες Αθανασίες κλπ. 
Αντιεθνικιστική Κίνηση

ΧΩΡΙΑΤΕΣ
Του Δημήτριου Καμπούρογλου
   
   Με αυτό το όνομα ήταν τότε γνωστοί οι Αλβανόφωνοι και δίγλωσσοι, οι περισσότεροι από αυτούς Ηπειρώτες, κάτοικοι των χωριών της Αττικής.
   Αυτοί είχαν διασκορπιστεί σε όλη την έκταση της Αττικής, την οποία από τον 140 αιώνα στιγμάτισαν με βαρβαρικής καταγωγής ονόματα ποικίλης προέλευσης, έχοντας προσκληθεί κυρίως για να καλλιεργήσουν και να προστατέψουν την χώρα ή είχαν εξαναγκαστεί να κατέβουν, εξαιτίας καταστροφικών πολέμων στις χώρες τους.
   Οι Αλβανόφωνοι αυτοί άποικοι της Αττικής έγιναν αντικείμενο πολλών αλλά όχι επαρκών ερευνών.
   Η σπουδαιότερη εργασία είναι αυτή του Σπ. Λάμπρου, η οποία έχει την μορφή μονογραφίας με το όνομα «Ονοματολογία της Αττικής και η εις την χώραν εποίκησις των Αλβανών».
   Σε αυτήν ο κύριος Λάμπρος είχε την καλοσύνη να χρησιμοποιήσει και μερικές δικές μας τοπογραφικές σημειώσεις που του παραχωρήσαμε ευχαρίστως.
   Εκτός από αυτόν προσπαθήσαμε αρκετά να διαφωτίσουμε την εποίκιση των Αλβανοφώνων στην Αττική, με δύο σημειώματά μας, που δημοσιεύτηκαν στην Εβδομάς του 1887, με τον τίτλο «Η κάθοδος των Ρουμελιωτών», υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων και την άποψη ότι, κατά τα μεταγενέστερα χρόνια, έγινε κυρίως άνοδος των Αλβανοφώνων από την Πελοπόννησο στην Αττική.
   Οι Χωριάτες αυτοί της Αττικής είναι πράγματι πάρα πολλοί, και μεταξύ τους υπάρχουν απόγονοι και διακεκριμένων Ηπειρωτικών και άλλων, από κοντινές χώρες, οικογενειών. Και κάποιος Σπάτας, από τον οποίο ονομάστηκε το γνωστό χωριό της Αττικής, αγνοούμε αν ακόμη σώζεται (η οικογένειά του, Σ.τ.μ.), ζούνε όμως ακόμη και Λιόσοι και Μπούες. Για την ηγετική οικογένεια Δούσμανη, που ήταν σύμμαχοι του Καστριώτη, κάναμε ήδη λόγο στα προηγούμενα.
   Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού αυτών των Χωριατών πιστεύτηκε, από αυτούς που βλέπουν επιπόλαια τα πράγματα, ότι εξαλβανίστηκε και η ίδια η Αθήνα. Και πριν λίγο καιρό, όταν βρέθηκε κοντά στην Καμουχαρέα επιτύμβια πλάκα λίγο δυσανάγνωστη, όλοι οι περίεργοι που εμφανίστηκαν εκεί, έλεγαν ότι επρόκειτο για λέξεις Αλβανικές, ενώ ήταν επίγραμμα στην αρχαία γλώσσα από τα συνηθισμένα και ήδη αηδιαστικά.
   Ευτυχώς η στην Αθήνα υπό διαρκή προνόμια ελληνοπρεπής και σε όλα ιδιόρρυθμη ζωή μετέτρεψε σε Σινικό το αδύναμο τοίχος της τουρκοκρατούμενης πόλης, και αυτοί οι Αλβανόφωνοι που είναι εγκατεστημένοι στην άκρη της πόλης, κυρίως στην Πλάκα, είναι πολύ μεταγενέστεροι, από τα κοντινά, κυρίως τα παραλιακά χωριά, που κατέφυγαν (στην Αθήνα, Σ.τ.μ.) λόγω έλλειψης ασφάλειας (σε αυτά, Σ.τ.μ.) και δεν άσκησαν καμιά επίδραση στους Αθηναίους. Και μετά στην Αθήνα εγκαταστάθηκαν Χασιώτες (από το χωριό Χασιά, Σ.τ.μ.), όπως και εξαιτίας της καταδίωξης και της ληστείας και μερικοί κάτοικοι της Μάνδρας του Μαρουσιού, κατά την βασιλεία του Όθωνα.
   Οι Χωριάτες των Μεσογείων της Αττικής μοιάζουν περισσότερο με αυτούς των Θηβών, ενώ αυτοί του Μενιδίου και της Χασιάς –οι λεγόμενοι πρόσβοροι (εκτεθειμένοι στον βόρειο άνεμο, Σ.τ.μ.)- μοιάζουν προς τους κατοίκους της Κορινθίας και της Περαχώρας, όντας ψηλοί, με μαύρα μεγάλα μάτια, που ρέπουν μεν στην κακουργία, αλλά είναι πιο ευθείς και πιο φιλόξενοι, από τους ειρηνικούς, όμως πονηρότατους και αφιλόξενους κατοίκους των Μεσογείων και του Καταδέματος της Αττικής.
   Στην ριζωμένη στους Ηπειρώτικους πληθυσμούς συνήθεια, να δίνουν κατά τις μεταναστεύσεις τους σε νέες χώρες τα ονόματα των βουνών, των ποταμών και γενικά των τοποθεσιών της πατρίδας τους, οφείλεται η προίκιση της Αττικής με τόσα Ηπειρώτικα, αλλά και Αλβανικά, Μακεδόνικα και ίσως και Σλαβικά ονόματα.
   Το Μενίδι, η Χασιά, το Λιόπεσι, το Χαρβάτι, το Σούλι, το Σάλεσι, το Μπουγιάτι, και άπειρα άλλα είναι τέτοια πρόχειρα παραδείγματα.
   Ακόμα και αυτό το Μαρούσι που είναι δίπλα στην Αθήνα, παρά τα λεγόμενα για Αμαρύσια Αρτέμιδα, δεν φαίνεται Ελληνικό και υπάρχει και Μαρούσι στο Γαύριο της Άνδρου, όπως υπάρχει στο Ναύπλιο Βαρούσι κτλ.
   Δεν μιλάμε για αυτά που πήραν τα ονόματά τους από τους ιδιοκτήτες τους, όπως για παράδειγμα Τατόη, Χαϊδάρη, Χασάνη, Καράς, Μπραχάμη, όπως και από Έλληνες ιδιοκτήτες τους και μάλιστα επίσημους, όπως Γέρακας, Πικέρμη, Μαγκαφάνα κτλ., ούτε γι’ αυτό που θεωρήθηκε Σλαβικό το Σοπόλια, που όμως έχει μεγάλη αναλογία προς το δίπλα στο Χαλάνδρι Σοχώρια, και συνεπώς είναι ελληνικότατο.
   Η συνήθεια του να μεταφέρουν τα ονόματα της πατρίδας τους υπάρχει ακόμα, αφού και ήδη στην Καλλιφόρνια, για παράδειγμα, οι μετανάστες από την Σκιάθο όχι μόνο έδωσαν το όνομα της Σκιάθου, αλλά και κάποιων τοποθεσιών της πατρίδας τους, όπως Πλατανιά, Φτελιά, Στροφυλλιά, Ξάνεμο κτλ.
   Όπου τα νέα ονόματα επικράτησαν στην Αττική, εκεί προϋπήρξαν εκτάσεις που είχαν ερημωθεί και ονόματα που είχαν ξεχαστεί, ενώ η Κηφισιά, ο Μαραθώνας, ο Ωρωπός και άλλα, διατήρησαν τα ονόματά τους, κατοικούμενα πάντοτε, αν όχι από πυκνό, πάντως από Ελληνικό πληθυσμό, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί αυτοί που ήρθαν.
   Υπάρχουν όμως και χωριά, στα οποία το Ελληνικό στοιχείο υπέστη την επίδραση του νεόφερτου πληθυσμού, με τον οποίο συμβίωσε. Αυτό συνέβηκε, για παράδειγμα, στο Μενίδι που οι κάτοικοι του είναι δίγλωσσοι, το οποίο δέχτηκε το όνομα των επιδρομέων. Διατηρήθηκαν όμως χαρακτηριστικά έθιμα των δύο φύλων, ιδιαίτερα κατά τον γάμο, όπως μερικά που αναφέραμε προηγούμενα (στο βιβλίο, Σ.τ.μ.).
   Μεταξύ των Αθηναίων και των νεόφερτων Αλβανόφωνων δεν παρατηρείται καμιά απολύτως ομοιότητα.
   Οι Χωριάτες, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχουν επώνυμα αλλά προσκολλάνε στο όνομα τους το όνομα του πατέρα τους και του παππού τους. Και πολλές φορές, όταν αυτό δεν αρκεί, για να διακρίνονται, λόγω των συνωνυμιών, προσθέτουν κάποια ιδιότητα ή κάποιο επάγγελμα, ή τον τόπο προέλευσης τους, συνήθως φροντίζουν άλλοι γι’ αυτό προσθέτοντας κάποιο παρεπώνυμο (παρατσούκλι) συνήθως σατυρικό, π.χ. ο Μήτρο Κόλλια-Γιάννη-Θανάσης μπορεί να είναι γνωστός απλά σαν Γκαβός, ή Κουτσός κ.λ.π.
   Άπειρα και πολύ αστεία είναι τα Αθηναϊκά παρατσούκλια.
   Και η φυσιογνωμία των Αλβανόφωνων είναι τελείως διαφορετική. Υπάρχει όμως και καταπληκτική διαφορά στον χαρακτήρα.
   Οι Χωριάτες είναι ανδρείοι, εργατικοί, λιγόλογοι, αλλά και φιλάργυροι, βάναυσοι και σκληροί, δέρνοντας ανελέητα ακόμα και τους ίδιους τους γέρους γονείς τους, και προπαντός αφιλόξενοι (εχθρός και ξένος στα Αλβανικά είναι η ίδια λέξη), καθώς επίσης και ξεροκέφαλοι: «του χωριάτη το σκοινί μονό δεν φτάνει, διπλό φτάνει και περισσεύει» λέει η παροιμία.
   Σαν δείγμα της βαναυσότητας τους μπορεί να χρησιμεύσει το έθιμο της Καθαρής Δευτέρας στη Χασιά. Στρίβοντας δηλ. δυο σχοινιά τοποθετούν μεταξύ τους τα πίσω πόδια ενός άτυχου σκύλου, στον οποίο έδωσαν να φάει κατά κόρον τα μακαρόνια της Κυριακής που περίσσευσαν. Δένοντας μετά τις άκρες του διπλού σχοινιού σε πασσάλους, το αφήνουν και αρχίζει να κάνει ο σκύλος περιστροφικές κινήσεις. Τότε μαζεύονται όλοι για να θαυμάσουν το λαμπρό θέαμα. Βάζουν επίσης δίπλα στον σκύλο κάποιον ξένο, ο οποίος αγνοεί το παιχνίδι, ή κάποιον ηλίθιο, τον οποίο ο σκύλος καταλερώνει. Τότε το πλήθος επευφημεί και διαλύεται ξεκαρδισμένο στα γέλια.
   Οι Αθηναίοι, από την άλλη μεριά, είναι φιλόξενοι, γλυκομίλητοι, περιποιητικοί, ευαίσθητοι, αλλά ζηλιάρηδες, πονηρούληδες, περιγελαστές, νωθροί και όχι τόσο γενναίοι, εξαιτίας της μακραίωνης αποχής τους από τα όπλα.
   Η φωνή τους, το βλέμμα τους, η θέση του κεφαλιού, η κατασκευή του λαιμού, τα πάντα ήταν όχι μόνο διαφορετικά άλλα εκπληκτικά αντίθετα από αυτά των Αλβανόφωνων Χωριατών.
   Μέχρι πρόσφατα ζούσαν στην συνοικία Αλίκοκου (ενορία Σωτήρος Κοττάκη) δύο υπέργηροι γείτονες, ο ένας Αθηναίος –ο μπάρμπα Αργύρης- και ο άλλος Αλβανόφωνος Πλακιώτης που κατάγονταν από τα χωριά –που τον έλεγαν γερο-Γκίνη, αν δεν κάνουμε λάθος-. Ο πρώτος μόλις ξυπνούσε το πρωί, πήγαινε στη βρύση να πιει τραγουδώντας και δίνοντας πολύ πετυχημένες απαντήσεις στους θαμώνες του κοντινού καφενείου που τον παρενοχλούσαν. Ο δεύτερος ήταν σκυθρωπός και αμίλητος, ιδιαίτερα το πρωΐ. Καθόταν στον δρόμο που ήταν το σπιτάκι του, ρίχνοντας αγριωπές ματιές, μέσα από τα πολύ πυκνά φρύδια του, προς τους διαβάτες.
   Αν και σε σχέση με τους Αθηναίους οι Χωριάτες υστερούσαν σε όλα, υπήρξαν παρ’ όλα αυτά πολύ χρήσιμοι κατά την Επανάσταση, εξαιτίας της ανδρείας τους, της σκληραγωγίας τους και της γνώσης της Αλβανικής γλώσσας, με την οποία συννενοούντουσαν με τους Τουρκαλβανούς, και προπαντός ήταν γνώστες της χρήσης των όπλων.
   Διηγούνται το εξής για έναν Αθηναίο γέρο με το όνομα Παπουκάτος, στον οποίο κατά την Επανάσταση έδωσαν ένα γεμάτο μπιστόλι, για να ρίξει, και έτσι να πάρει το βάπτισμα του πυρός. Όταν είδαν να κρατάει για πολύ ώρα τεντωμένο το χέρι του χωρίς να ακούγεται εκπυρσοκρότηση, του φώναξαν:
   -Ρίξ’ την λοιπόν!
   Και αυτός απάντησε:
   -Δεν πέτει ατή της (δεν πέφτει από μόνη της, Σ.τ.μ.);
   Τόσο πολύ οι Αθηναίοι, που κατόπιν αγωνίστηκαν ηρωϊκά, αγνοούσαν στην αρχή την χρήση των όπλων.
   Στα χωριά της Αττικής δεν αγνοούσαν παντελώς τα Ελληνικά γράμματα. Δύσκολα θα πιστέψει κάποιος σήμερα ότι, επί Τουρκοκρατίας περισσότεροι γέροι ήξεραν γράμματα από ότι σήμερα. Εντούτοις δημοσιεύσαμε στα Μνημεία (Τόμος Γ’, νβ’-νγ’) κάποια έγγραφα της Επανάστασης που φέρουν αρκετές υπογραφές από πρωτόγερους (προεστούς, Σ.τ.μ.) των χωριών. Σήμερα ένας θεός ξέρει αν θα μπορέσει κάποιος να βρει δύο ή τρεις γέρους που να γνωρίζουν να υπογράψουν. Όπως είναι γνωστό, μόλις πριν από λίγα χρόνια, δυστυχώς, εισήχθηκε η δημοτική εκπαίδευση στα χωριά της Αττικής!...